Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

του Διονύση Σιμόπουλου: επίτιμου διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου

Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας αναφέρει ότι ο Ιησούς γεννήθηκε “εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως”, γεγονός που σημαίνει ότι ο Ηρώδης ήταν ακόμη ζωντανός. Για τον βασιλιά αυτόν ο Ιουδαίος ιστορικός του 1ου μ.Χ. αιώνα, Φλάβιος Ιώσηπος, γράφει πολλά στα έργα του “Ιουδαϊκός Πόλεμος” και “Ιουδαϊκή Αρχαιολογία”. Τον ονόμασε μάλιστα “μέγα”, για να διακρίνεται μάλλον από τους διαδόχους του Ηρώδες, όπως τον εγγονό του Ηρώδη Αγρίππα τον 1ο, στη διάρκεια της βασιλείας του οποίου σταυρώθηκε ο Χριστός.

Το χρονολόγιο που χρησιμοποιούσε ο Ιώσηπος ήταν το ίδιο που εισήγαγε από το 265 π.Χ. ο ιστορικός Τιμαίος, και το οποίο χρονολογούσε διάφορα γεγονότα με τον αριθμό των Ολυμπιάδων. Αρχή του χρονολογίου αυτού καθορίστηκε η πρώτη Ολυμπιάδα η οποία άρχισε την 1η Ιουλίου του 776 π.Χ.

Στις «Αρχαιότητες» λοιπόν ο Ιώσηπος μας πληροφορεί ότι ο Ηρώδης ο Μέγας εξασφάλισε την ανακήρυξή του σε βασιλέα την 184η Ολυμπιάδα. Στο δικό μας χρονολόγιο η Ολυμπιάδα αυτή είναι η χρονική περίοδος μεταξύ της 1ης Ιουλίου του 44 π.Χ. και της 1ης Ιουλίου του 40 π.Χ. Μας πληροφορεί επίσης ότι ο Ηρώδης κατέλαβε την Ιερουσαλήμ και στέφθηκε εκεί βασιλιάς, στη διάρκεια της 185ης Ολυμπιάδας (40-36 π.Χ.)

Στο 15ο βιβλίο των «Αρχαιοτήτων» ο Ιώσηπος αναφέρει ότι η περίφημη ναυμαχία στο Άκτιο μεταξύ των στόλων του Οκταβιανού και του Μάρκου Αντωνίου-Κλεοπάτρας, έγινε το έβδομο έτος αφ’ ότου στέφθηκε βασιλέας ο Ηρώδης. Μια και σήμερα γνωρίζουμε πως η ναυμαχία στο Άκτιο έγινε το Σεπτέμβριο του 31 π.Χ., μπορούμε να υπολογίσουμε ότι ο Ηρώδης στέφθηκε βασιλέας το 38 π.Χ.

 

 

Τέλος ο Ιώσηπος μας πληροφορεί ότι ο Ηρώδης αρρώστησε βαριά όταν ήταν 70 περίπου ετών και πέθανε λίγο αργότερα, μετά από μια έκλειψη της Σελήνης που συνέβη πριν από την εορτή του Εβραϊκού Πάσχα, έχοντας βασιλέψει 34 συνολικά χρόνια, από το έτος της στέψης του και 37 χρόνια αφότου ανακηρύχθηκε βασιλιάς από τους Ρωμαίους. Τούτο μας υποδεικνύει ότι ο Ηρώδης πέθανε το έτος 4 π.Χ.

Το έτος εκείνο το Εβραϊκό Πάσχα γιορτάστηκε στις 12 Απριλίου και η πλησιέστερη έκλειψη της σελήνης πριν από το Πάσχα, ορατή από την Ιεριχώ όπου ο Ηρώδης είχε ένα από τα παλάτια του, έγινε στις 13 Μαρτίου του ίδιου έτους. Έτσι σήμερα μπορούμε να προσδιορίσουμε ότι ο Ηρώδης πέθανε μεταξύ 13 Μαρτίου και 12 Απριλίου του 4 π.Χ.

Άρα ο χρόνος της γέννησης του Χριστού πρέπει να τοποθετηθεί πριν από το 4 π.Χ. και πιθανώς 2 χρόνια νωρίτερα από το θάνατο του Ηρώδη, γιατί ο Ματθαίος μας πληροφορεί πως ο Ηρώδης διέταξε «ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων» (β’ 16). Η περικοπή δηλαδή αυτή μας δίνει την πληροφορία ότι μετά τη συζήτηση που είχε ο Ηρώδης με τους Μάγους θα έπρεπε να είχε μάθει κάτι που να του υποδείκνυε ότι ο Ιησούς ήταν τότε δύο περίπου ετών.

 

 

Τα τελευταία όμως χρόνια νεότεροι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η έκλειψη του 4 π.Χ. δεν πρέπει να είναι η έκλειψη που αναφέρει ο Ιώσηπος σε σχέση με το θάνατο του Ηρώδη. Αφενός μεν γιατί η έκλειψη αυτή ήταν μερική (37%) και δύσκολα παρατηρήσιμη στην Παλαιστίνη, αφετέρου δε γιατί ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της σεληνιακής έκλειψης (12/13 Μαρτίου) και της αρχής του Εβραϊκού Πάσχα εκείνης της χρονιάς (11 Απριλίου) ήταν πάρα πολύ μικρός για να «χωρέσουν» όλα όσα αναφέρει ο Ιώσηπος ότι συνέβησαν.

Η νεότερη αυτή άποψη υποστηρίζει ότι η σωστή έκλειψη του Ιώσηπου πρέπει να ήταν η ολική έκλειψη που έγινε τη νύχτα της 9/10 Ιανουαρίου του 1 π.Χ. και διήρκεσε από τις 11:30 μ.μ. έως τις 3:00 το πρωί. Και επειδή το Εβραϊκό Πάσχα ακολούθησε μετά από 90 ημέρες υπήρχε αρκετός χρόνος για να συμβούν όλα όσα αναφέρει ο Ιώσηπος.

Μ’ αυτή την άποψη συμφωνούν άλλωστε και οι πληροφορίες του Ευαγγελιστή Λουκά. Στο Ευαγγέλιό του αναφέρει ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής άρχισε “κηρύσσων βαπτισμό μετανοίας” το 15ο έτος της αυτοκρατορικής “ηγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος”.

Ο Τιβέριος ανεκυρήχθη αυτοκράτορας στις 19 Αυγούστου του 767 α.κ.Ρ. Ετσι το 15ο έτος της ηγεμονίας του άρχισε στις 19 Αυγούστου του 28 μ.Χ. και τελείωσε στις 18 Αυγούστου του 29 μ.Χ. Αυτό σημαίνει ότι ο Ιωάννης άρχισε το κήρυγμα του την άνοιξη του 29 μ.Χ., σε ηλικία 30 ετών σύμφωνα με τις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου. Επειδή ο Χριστός ήταν έξη μήνες μικρότερος από τον Ιωάννη, το δικό του κήρυγμα πρέπει να άρχισε το Φθινόπωρο του 29 μ.Χ. και διήρκεσε 3,5 χρόνια, όπως μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Οπότε η σταύρωσή του πρέπει να έγινε την περίοδο του Εβραϊκού Πάσχα του 33 μ.Χ..

 

 

Μπορούμε όμως να επιβεβαιώσουμε την ημερομηνία αυτή της σταύρωσης; Οι Ευαγγελιστές μας πληροφορούν ότι την χρονιά της Σταύρωσης το Εβραϊκό Πάσχα γιορτάστηκε ημέρα Σάββατο. Ενώ από διασταύρωση διαφόρων ιστορικών δεδομένων γνωρίζουμε επίσης ότι ο Πόντιος Πιλάτος ήταν ηγεμόνας της Ρώμης στην Παλαιστίνη κατά την περίοδο από το 26 έως το 35 μ.Χ..

Με βάση τα αστρονομικά και ημερολογιακά δεδομένα, και σύμφωνα μ’ αυτά που απαιτούσε ο προσδιορισμός του εορτασμού του, το Πάσχα των Εβραίων γιορτάστηκε ημέρα Σάββατο σε τρεις χρονιές της περιόδου εκείνης: το 26, το 30 και το 33 μ.Χ. Επειδή το 26 και το 30 είναι νωρίς, επιβεβαιώνεται ότι η χρονιά της σταύρωσης ήταν μάλλον το 33 μ.Χ..

Αν πραγματικά, λοιπόν, ο Χριστός άρχισε την διδασκαλία του το έτος 29 μ.Χ. σε ηλικία 30 ετών, τότε η γέννησή Του πρέπει να τοποθετηθεί στο έτος 2 π.Χ., που συμφωνεί άλλωστε και με την έκλειψη της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1 π.Χ..

 

 

Έτσι όλα αυτά σημαίνουν ότι ο Χριστός πρέπει να γεννήθηκε μεταξύ των ετών 2 π.Χ. και 7 π.Χ. Αλλά πότε ακριβώς; Ας ψάξουμε λοιπόν να βρούμε πότε έγινε η απογραφή που διέταξε ο Αύγουστος Καίσαρας. Ο Λουκάς μας αναφέρει ότι «αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου» (β’ 2). Μερικοί υποστηρίζουν ότι μ’ αυτή του την περικοπή ο Λουκάς, αφήνει να εννοηθεί ότι η απογραφή που αναφέρει δεν έγινε από τον Κυρήνιο.

Διάφοροι μάλιστα σύγχρονοι μελετητές και λόγιοι των Γραφών υποστηρίζουν ότι η συντακτική έκφραση του Λουκά είναι αρκετά ασαφής, ώστε να μπορεί κανείς να δώσει την έννοια της φράσης του ως εξής; «Η απογραφή ήταν αυτή που έγινε πριν γίνει ο Κυρήνιος ηγεμών της Συρίας».

Η διευκρίνιση αυτή γίνεται, γιατί σήμερα γνωρίζουμε ότι ο Κυρήνιος, του οποίου το πλήρες Ρωμαϊκό όνομα ήταν Publius Sulpicius Quirinus, ήταν ηγεμόνας ή Legatus της Συρίας από το 6 έως το 12 μ.Χ. οπότε δεν είναι δυνατό ο Ιησούς να γεννήθηκε, μεταξύ του 6 και του 12 μ.Χ. όταν ο Ηρώδης είχε ήδη πεθάνει πριν από μια περίπου δεκαετία.

Μια άλλη εκδοχή είναι και η εξής: Η περικοπή «η απογραφή πρώτη» μπορεί να υπονοεί ότι η απογραφή που αναφέρει ο Λουκάς είναι η πρώτη απογραφή που έγινε επί Κυρηνίου, οπότε ο Κυρήνιος θα ήταν υπεύθυνος και για μια τουλάχιστον ακόμη απογραφή. Πραγματικά ο Ιώσηπος αναφέρει ότι ο Κυρήνιος διέταξε μια τέτοια απογραφή το 37ον έτος από τη νίκη του Καίσαρα Αυγούστου επί του Αντωνίου στο Άκτιο, δηλαδή το 6-7 μ.Χ. Κατά την απογραφή αυτή όμως αντιμετώπισε τόσες δυσκολίες και αντιρρήσεις, ώστε δεν ξαναεπιχείρησε καμιά άλλη μετά απ’ αυτήν (Αρχαιότητες 17-1-1).

 

 

Άρα, εφόσον υποτίθεται ότι ο Κυρήνιος έκανε περισσότερες από μια απογραφές, η πρώτη θα πρέπει να είχε γίνει από τον ίδιο πριν από το 6 μ.Χ. Ο Κέλλερ μας πληροφορεί ότι ένα απόσπασμα Ρωμαϊκής επιγραφής που βρέθηκε στην Αντιόχεια αναφέρει πως ο Κυρήνιος βρισκόταν στην περιοχή μεταξύ των ετών 10 και 7 π.Χ. με ειδική στρατιωτική εντολή από τον ίδιο τον Αύγουστο Καίσαρα. Είχε δε εγκαταστήσει την επίσημη έδρα του στη Συρία.

Εκτός αυτού, το 1932 κοντά στην Άγκυρα της Τουρκίας, μια επιγραφή που βρέθηκε σ’ έναν ρωμαϊκό ναό αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καίσαρα Αυγούστου είχαν προκηρυχθεί τρεις μεγάλες απογραφές. Η πρώτη το 28 π.Χ., τον χρόνο της ανακήρυξής του ως αυτοκράτορα από τη Γερουσία της Ρώμης, η δεύτερη το 8 π.Χ. επί υπατείας των C.Censorius και C. Asinius, και η τρίτη το 14 μ.Χ. επί υπατίας των Sextus Pompelus και Sextus Applielus.

Τα 14 μ.Χ. είναι πολύ αργά, και το 28 π.Χ. είναι πολύ νωρίς. Έτσι η απογραφή του 8 π.Χ. ίσως είναι αυτή που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η απογραφή πραγματοποιήθηκε κιόλας το 8 π.Χ. γιατί αυτό είναι το έτος που η διαταγή της απογραφής υπογράφτηκε στη Ρώμη.

 

 

Εάν υπολογίσει κανείς ότι οι μετακινήσεις γίνονταν και οι πληροφορίες μεταδίδονταν με αργό ρυθμό την εποχή εκείνη, ίσως να μεσολάβησαν ένα ή ακόμη και δύο χρόνια προτού η διαταγή φτάσει στα πιο απομακρυσμένα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μεταδοθεί στους κατοίκους. Έτσι και επειδή ο Κυρήνιος παρέμεινε στη Συρία μέχρι και κατά το 7 π.Χ., θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η απογραφή στη Βηθλεέμ ίσως να κηρύχθηκε το έτος εκείνο και να εκτελέστηκε το 7 ή το 6 π.Χ.

Οι νεώτεροι όμως ερευνητές υποστηρίζουν ότι η απογραφή που έστειλε την Μαρία και τον Ιωσήφ στη Βηθλεέμ, δεν ήταν η απογραφή του 8 π.Χ. γιατί οι απογραφές αυτές αφορούσαν άτομα που είχαν τη Ρωμαϊκή υπηκοότητα και σε καμιά περίπτωση δεν θα αφορούσε τη Μαρία έστω κι αν υποθέσουμε ότι ο Ιωσήφ είχε Ρωμαϊκή υπηκοότητα.

Σύμφωνα με τους ερευνητές αυτούς η απογραφή που αναφέρει ο Λουκάς πρέπει να ήταν ο όρκος πίστεως που διετάχθη με την ευκαιρία του Αργυρού Ιωβιλαίου της βασιλείας του Αύγουστου Καίσαρα όταν του απενεμήθη ο τίτλος Pater Patriae στις 5 Φεβρουαρίου του 2 π.Χ.. Η «απογραφή» αυτή αναφέρεται και από τον Ιώσηπο, και ήταν υποχρεωτική για όλους, υπηκόους και μη. Σ’ αυτή την περίπτωση η γέννηση του Χριστού (ίσως συνέβη το 2 ή το 3 π.Χ. ανάλογα με το πότε ακριβώς έγινε η «απογραφή-όρκος» στην Παλαιστίνη.

Σ’ αυτή την περίπτωση το σενάριο των γεγονότων της εποχής εκείνης πρέπει να έχει ως εξής:

 

 

 

Το 4 π.Χ. ο Ηρώδης έχασε την εύνοια της Ρώμης και τον τίτλο «amici Caesaris» και ίσως τότε ήταν που ονόμασε τον νεώτερο γιο του Αντίπατρο συμβασιλέα. Το 3 π.Χ. εκδόθηκε το «δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην». Τον Φεβρουάριο του 2 π.Χ. ο Αύγουστος γιορτάζει το «Αργυρούν Ιωβηλαίο» του, ενώ ένα χρόνο σχεδόν αργότερα, στις 9 Ιανουαρίου του 1 π.Χ. το βράδυ της σεληνιακής έκλειψης, ο Ηρώδης θανάτωσε τους επαναστατήσαντες ιερείς και το γιο του Αντίπατρο, και πέθανε αρκετές εβδομάδες πριν από το Εβραϊκό Πάσχα, που γιορτάστηκε στις αρχές Απριλίου του 1 π.Χ.

Μ’ αυτές τις νεώτερες λοιπόν εκτιμήσεις η γέννηση του Χριστού πρέπει να συνέβη μερικούς μήνες πριν ή και μετά από τη γιορτή του «Αργυρού Ιωβηλαίου» και ίσως το Σεπτέμβριο του 3 π.Χ. ή την Άνοιξη του 2 π.Χ. Είτε έτσι όμως είτε αλλιώς, η γέννηση του Χριστού εντοπίζεται μεταξύ των ετών 3 και 7 π.Χ.

Ίσως λοιπόν τώρα να σας δημιουργηθεί το ερώτημα γιατί το χρονολόγιό μας δεν αρχίζει ακριβώς με τη γέννηση του Χριστού, παρόλο που σήμερα προσονομάζουμε τα διάφορα χρόνια με την προσθήκη «προ ή μετά Χριστόν».

 

 

Το σημερινό χρονολόγιο εθεωρείτο ότι άρχιζε με τη γέννηση του Χριστού από τότε που ο Ελληνικής καταγωγής Σκύθης μοναχός Διονύσιος ο Μικρός έγραψε το 533 μια πραγματεία με τον τίτλο Cyclus Decem Novennalis στην οποία υπολόγισε τις ημερομηνίες εορτασμού του Πάσχα για 95 έτη (532-626).

Αυτό το μικρό του σύγγραμμα τον αποθανάτισε, γιατί σημείωνε για πρώτη φορά τα έτη του πίνακα, με βάση τη χρονολόγηση από τη γέννηση του Ιησού Χριστού, αντί της χρονολόγησης που επικρατούσε στη Δύση (από «κτίσεως Ρώμης» ή από τον Διοκλητιανό) και στην Ανατολή (από «κτίσεως κόσμου» ή από τον Αβραάμ ή από την Πρώτη Ολυμπιάδα).

Την εποχή που έζησε ο Διονύσιος υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον στα ημερολογιακά θέματα με βάση τις Γραφές. Έτσι κι επειδή οι πίνακες που είχε κάνει ο Κύριλος Αλεξανδρεύς για τον προσδιορισμό του Πάσχα έληγαν το 531 μ.Χ., ο επίσκοπος της Ακουιταίνης Βικτώριος ανέλαβε με εντολή του Πάπα, να συντάξει νέους πασχάλιους πίνακες.

Στη διάρκεια των προσδιορισμών αυτών ο Βικτώριος ανακάλυψε ότι οι ημερομηνίες του εορτασμού του Πάσχα επαναλαμβάνονταν στην ίδια σειρά κάθε 532 χρόνια υπολογιζόμενα με το τότε σε χρήση Ιουλιανό ημερολόγιο. Έτσι ο επαναλαμβανόμενος αυτός κύκλος ονομάστηκε Βικτωριανός κύκλος (ήταν δηλαδή ο Μετωνικός σεληνιακός κύκλος ετών πολλαπλασιαζόμενος με τον ηλιακό κύκλο ετών: 19 Χ 28 = 532).

 

 

Ο Διονύσιος στο μεταξύ με βάση μια πληροφορία του Κλήμεντα του Αλεξανδρέα (150-220 μ.Χ.), ότι ο Χριστός γεννήθηκε το 28ο έτος της αυτοκρατορίας του Καίσαρα Αύγουστου, και χωρίς καμιά άλλη απόδειξη, υπολόγισε ως έτος γέννησης του Χριστού το 754 «από κτίσεως Ρώμης». Βλέποντας όμως ότι από τότε είχαν περάσει ακριβώς 532 χρόνια, ένας δηλαδή πλήρης Βικτωριανός κύκλος, το θεώρησε τόσο σημαντικό ώστε έδωσε στο έτος 754 «από κτίσεως Ρώμης» την ονομασία Primo Anno Domini δηλαδή «Πρώτο έτος του Κυρίου», ή 1 μ.Χ.

Κανονικά όμως το έτος αυτό θάπρεπε να ονομαστεί έτος μηδέν, γιατί όπως έχουν τα πράγματα σήμερα έχουμε το έτος 1 π.Χ. και το έτος 1 μ.Χ. αλλά όχι και έτος μηδέν. Λείπει δηλαδή ένας χρόνος. Δεν είναι όμως δυνατό να κατηγορήσουμε τον Διονύσιο για την παράλειψη αυτή, γιατί την εποχή που έζησε αυτός η έννοια του μηδενός δεν είχε ακόμη εισαχθεί στην Ευρώπη.

Η έννοια αυτή χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από Ινδούς μαθηματικούς, και εισήχθη στην Ευρώπη από τους Αραβες με τους Αραβικούς αριθμούς τον 12ον μ.Χ. αιώνα. Εκτός αυτού ο Διονύσιος μή έχοντας τα στοιχεία που βρέθηκαν αργότερα, έσφαλε όπως είδαμε κατά 3 έως 6 χρόνια. Μια λοιπόν και το ημερολόγιό μας παρέμεινε χρονολογούμενο όπως το είχε καθορίσει ο Διονύσιος, το σφάλμα του αυτό διαιωνίζεται πια για πάντα στην ιστορία.

 

Δείτε επίσης