Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Απαθανάτισε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της σύγχρονης ροκ μουσικής, δουλεύοντας ως φωτογράφος για την ισπανική έκδοση του Rolling Stone. Παιδί της περιοχής του Διοικητηρίου, ο Γιάννης Ψαθάς εγκατέλειψε τη γενέθλια πόλη του και τις σπουδές στο Χημικό του ΑΠΘ, για να βιώσει στη Μαδρίτη τον έρωτά του για τη φωτογραφία.

-Πότε και υπό ποιες συνθήκες πρωτοασχολήθηκες με τη φωτογραφία; Πώς έγινε το «τσαφ»;

«Εντελώς απρόσμενα, από το πουθενά, το 1997. Τότε έψαχνα απεγνωσμένα διέξοδο από τη σχέση μου με τη σχολή, η οποία είχε πάψει πια να είναι το «οργισμένο και ζωντανό» πανεπιστήμιο του ’70 και του ’80, αυτό που είχαν βιώσει αγαπημένοι και λίγο μεγαλύτεροί μου. Η πρώτη εμπειρία ήρθε στον σκοτεινό θάλαμο ενός συμφοιτητή μου, με αποτέλεσμα να βρεθώ, λίγες ημέρες μετά, με μία «Ζενίτ» στα χέρια (η πρώτη «ερωμένη»). Στην αρχή τράβηξα μόνο ένα-δυο φιλμ (τα οποία δεν πήγα να εμφανίσω ποτέ) και έβαλα τη μηχανή στη βιβλοθήκη. Μήνες αργότερα, στη συναυλία του Peter Green στον Μύλο αντικατέστησα τον φωτογράφο φίλο μου Αντώνη Βλαβογελάκη. Δεν μπορώ με λόγια να το περιγράψω ακόμα… Ηταν ένα μικρό Big Bang στον εγκέφαλο μου, ένας κεραυνοβόλος έρωτας. Είπα «αυτό θέλω να κάνω». Είναι κάτι που εύχομαι να συμβεί σε όλους στη ζωή τους…».

 

yannis_psathas_by_alexandros_oikonomidis_160x240

 

– Οι πρώτες σου εμπειρίες στον χώρο, ταξίδια, δουλειές;

«Λόγω «Μύλου», της πιο ανεπανάληπτης «πειρατικής γαλέρας» που πέρασε από τον ελληνικό χώρο, είχα την ευκαιρία να φωτογραφίζω συναυλίες καθημερινά. Επειτα από λίγο έρχονται δειλά δειλά οι πρώτες επαγγελματικές συνεργασίες με διάφορους μουσικούς ή έντυπα και το καθοριστικό ταξίδι μου με το τρένο Θεσσαλονίκη-Πράγα-Βερολίνο, το 2000. Η δίψα για τον δρόμο μόλις είχε ξεκινήσει…».

– Στη Μαδρίτη πώς βρέθηκες;

«Βρέθηκα το 2004, έχοντας ανακαλύψει μια σχολή φωτογραφίας. Μόλις είχα τελειώσει τον στρατό. Ετσι, στα 27, επιστροφή στα θρανία, άδειασμα του μυαλού, σιωπή και ξανά από την αρχή…».

Και η συνεργασία με το Rolling Stone;

«Ενα απόγευμα, φεύγοντας από τη σχολή κάπως απογοητευμένος, χωρίς να το πολυσκεφτώ είπα: «Θα πάω στον καλύτερο και ας φάω τα μούτρα μου εκεί». Με σχεδόν ανύπαρκτα ισπανικά έδωσα την πρώτη μου συνέντευξη και ανακάλυψα έναν κόσμο πέρα από αυτόν της ελληνικής πραγματικότητας. Δίχως κλειστές πόρτες, δίχως πολυάσχολα ιερά τέρατα πίσω από μεγάλα γραφεία, ανθρώπους προσηνείς και επαγγελματίες, που δεν πετούν τα βιογραφικά στο καλάθι, αλλά ούτε και εμπορεύονται ελπίδες. Μια ομάδα που, πέρα από το όποιο «brand name», την ένωνε -αλλά και την έτρεφε ηθικά- η αγάπη για το αντικείμενο, εκεί όπου η χρήση της λέξης «μπράβο» ήταν απενοχοποιημένη, ειλικρινέστερη και συχνότερη απ” ό,τι είχα συνηθίσει. Επειτα από ένα μήνα δέχτηκα την πρώτη μου ανάθεση. Τέσσερις μήνες μετά, μου εμπιστεύθηκαν το εξώφυλλο στο αφιερωματικό τεύχος για τους U2».

 

u2_2

 

– Πώς είναι να φωτογραφίζεις τόσο μεγάλα ονόματα της ροκ μουσικής;

«Θεωρητικά όλες οι συναυλίες είναι οι ίδιες, μια και απαιτούν την ίδια απόδοση από εσένα. Βέβαια, στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πολύ πιο ζόρικα αφού πρέπει να βγάλεις τον καλύτερο εαυτό σου ανάμεσα σε 20 συναδέλφους και σε χρόνους παραμονής κοντά στη σκηνή που δεν ξεπερνούσαν -τελευταία- τη διάρκεια του ενός τραγουδιού. Σίγουρα, λοιπόν, είναι εύκολο να συνθλιβείς ανάμεσα στο «βάρος» του φωτογραφιζόμενου αλλά και ενός απαιτητικού εργοδότη. Αλλά το μυστικό είναι εκείνη τη στιγμή να το ξεχάσεις και να κάνεις ιδιαίτερα συγκεντρωμένος απλώς αυτό που ξέρεις καλά».

– Από όσους καλλιτέχνες παρακολούθησες, ποιος σε εντυπωσίασε πιο πολύ;

«Ο Ρόμπερτ Πλαντ. Για την εξαιρετική σεμνότητά του και την ευγένεια που τον διέκρινε στη συνεργασία του με όλους τους συντελεστές της συναυλίας. Ενας πραγματικός Sir…».

– Ποιο είναι το βασικό ζητούμενο σε μια τέτοια φωτογράφηση;

«Η λήψη, όποτε αυτό καθίσταται δυνατόν, ενός εκφραστικού πορτρέτου, πολλές φορές παράτολμα κοντινού…».

– Γιατί επέστρεψες στην Ελλάδα και δεν έμεινες να δουλέψεις στο εξωτερικό;

«Για να βρεθώ πολύ κοντά σε αγαπημένα μου πρόσωπα, εκείνη τη δεδομένη στιγμή. Χαίρομαι που το έκανα αυτό και, πέρα από τις δυσκολίες, δεν το έχω μετανιώσει καθόλου. Πολύ καλά τα βαρύγδουπα ονόματα και οι σχετικές υπεραξίες τους, αλλά με τη δική μας, τι γίνεται τελικά; Νομίζω ότι δεν θα ήθελα να με παγιδεύσει η ζωή μου στο εξωτερικό σ” ένα «μοντέλο Ντόριαν Γκρέι», και χαίρομαι ίσως που δεν έγινε. Ωριμάζοντας, κατάλαβα ότι δεν σε κάνει ένας τόπος δημιουργικό ή η αγορά εργασίας του. Δημιουργικός μπορεί να είσαι σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, οπότε και η Θεσσαλονίκη μια χαρά είναι. Κούκλα, μπορώ να σου πω, αν και λίγο γκρινιάρα…».

– Υπάρχει κάποιος άλλος τομέας της φωτογραφίας που σε συναρπάζει;

«Το πολεμικό φωτορεπορτάζ είναι κάτι το οποίο ήθελα να κάνω. Μακάρι όμως να σταματήσουν τα μίση και οι πόλεμοι και ας μείνω φωτογράφος από την πολυθρόνα μου για πάντα…».

 

oasis

depeche-mode

 

 

Δείτε επίσης