Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Λογοτέχνης, μεταφραστής και καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ο Γιώργος Κεντρωτής είναι και βαμμένος Ολυμπιακός! Στην εκτενή συνέντευξή του στο poplike.gr εξηγεί τις πολλαπλές πτυχές της προσωπικότητάς του:

-Ποιά η σχέση σας με τα γράμματα; Πότε ξεκίνησε, πώς εξελίχθηκε, πώς έχει πλέον διαμορφωθεί;

Θα το πω τρόπον τινά καβαφικά: ήμουν «παιδί φανατικό για γράμματα». Χωρίς να είμαι «σπασίκλας» ή «φύτουλας» (όπως λένε οι νέοι στην ιδιόγλωσσά τους), ήμουν όλα τα χρόνια του σχολείου άριστος μαθητής.

Ως φοιτητής της Νομικής Σχολής ήμουν κάτω του μετρίου: δεν πολυδιάβαζα τα νομικά, καθώς με είχαν τραβήξει άλλες αναγνώσεις (λογοτεχνία, φιλοσοφία, πολιτική).

Αρίστευσα ως υποψήφιος διδάκτορας νομικής στη Γερμανία. Τα γράμματα ήσαν desideratum και αποτελούσαν καθημερινό «κεντρικό ζήτημα» στην οικογένεια: μιά χαρακτηριστική μικροαστική οικογένεια της πελοποννησιακής επαρχίας.

Με ενδιέφερε πάντως ό,τι ήταν τυπωμένο, και το διάβαζα, το καταβρόχθιζα. Ώς τα 16 μου χρόνια είχα κυριολεκτικώς κατασπαράξει την 12τομη Εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη. Τα πάντα εκεί μέσα!

 

 

Στα 17-18 μου, μαθητής ακόμα, ένιωσα ότι μπορώ να γράφω κι εγώ «σαν τους άλλους» – και το αποτόλμησα. Σε 2-3 χρόνια ένιωσα ότι μπορώ να μεταφράζω δύσκολα κείμενα. Επίσης το αποτόλμησα.

Από τη μετάφραση ξεκίνησα και με τη μετάφραση συνεχίζω 40 και πλέον χρόνια τώρα. Επίσης γράφω και δημοσιεύω δικά μου κείμενα (ποιήματα, πεζά, δοκίμια, επιστημονικές εργασίες).

Δεν βιάστηκα να εκδώσω τίποτα πρωτότυπο δικό μου, παρ’ όλο που είχα τη δυνατότητα. Δεν το έχω μετανιώσει.

Έχω εκδώσει ήδη πέντε ποιητικές συλλογές, δύο μυθιστορήματα, επτά τόμους δοκιμίων και πάνω από 50 μεταφράσεις. Μεταφράζω από εννέα γλώσσες, μεταξύ των οποίων και από τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά.

 

 

-Ποιά η πρόσφατη κυκλοφορία βιβλίου σας;

Πριν από λίγες ημέρες κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή μου «Ορίτζιναλ μαϊμούδες»: πρόκειται για 144 ποιήματα, 72 δικά μου και 72 μεταφράσματα (γι’ αυτό και… μαϊμούδες).

Το προτελευταίο βιβλίο μου είναι η μετάφραση της «Νέας Επιστημονικής Γνώσης» του Τζαμπαττίστα Βίκο. Πρόκειται για έργο καθοριστικής σημασίας τόσο για τη Φιλοσοφία, όσο και για τη Λογοτεχνία και την εν γένει Ιστορία των Ιδεών.

Το δούλεψα επί περίπου οκτώ έτη, δύο εκ των οποίων τα πέρασα στη Νάπολη, όπου και (παράλληλα με την απασχόλησή μου στο Πανεπιστήμιο «Φρειδερίκος Β΄») μου δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσω με κατ’ εξοχήν ειδήμονες του πράγματος δύσκολες πλευρές του θεμελιώδους αυτού έργου.

 

 

Αμφότερα τα βιβλία εκδόθηκαν από τις Εκδόσεις Gutenberg, με τις οποίες συνεργάζομαι επί τριάντα συναπτά έτη. Μέσα στο 2017 θα εκδοθούν επίσης από τις Εκδόσεις Gutenberg δύο μεταφράσεις μου: ο «Διάλογος περί ρητόρων» του Τάκιτου και τα «Άνθη του Κακού» του Καρόλου Μπωντλαίρ.

-Ποιητής, συγγραφέας, καθηγητής, μεταφραστής. Κυριαρχεί κάποια ιδιότητα περισσότερο από τις άλλες;

Να σας πω… Προσπαθώ να κάνω καλά τη δουλειά μου στον κάθε τομέα, όπου ενεργοποιούμαι. Όμως, όπου ενεργοποιούμαι, ενεργοποιούμαι αυστηρά και φανατικά: έχω πάντοτε συγκεκριμένο στόχο, και τον βλέπω: ποτέ δεν φεύγει από τα μάτια μου.

Δεν μου αρέσουν ούτε τα «χλιαρά» πράγματα, ούτε οι «μισές δουλειές».

 

 

Επίσης δεν μου αρέσει το «παρεΐστικο κλίμα» και η «κουβενταρία» – είναι ό,τι χειρότερο για τη δημιουργία. Είμαι πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου και πολύ ανοικτός στην κριτική. Αυτό οι φίλοι και οι συνάδελφοί μου το γνωρίζουν πολύ καλά.

Εν πάση περιπτώσει ουδέποτε ανακατεύω τους ρόλους μου. Γι’ αυτό και όταν είμαι ποιητής, είμαι ποιητής. Στην αίθουσα της διδασκαλίας είμαι μόνο καθηγητής. Όταν μεταφράζω, σκέπτομαι μόνο το μετάφρασμα – τίποτε άλλο.

Εργάζομαι εντατικά και επί πολλές ώρες την ημέρα, χωρίς ωστόσο να ξεχνώ ή να παραβλέπω τη διασκέδαση. Κάθε άλλο! Εξ άλλου έχω οικογένεια… όπως έχω και φίλους και φίλες … Δεν γίνεται να απουσιάζω από δίπλα τους. Και βεβαίως ποτέ στη διασκέδαση δεν μιλάω για δουλειές! Δεν μου αρέσουν τα παράταιρα πράγματα.

 

 

-Ποιούς ανθρώπους τής σκέψης-τέχνης διαχρονικά θαυμάζετε και για ποιούς λόγους;

Είναι πολλοί αυτοί που «μου άνοιξαν τα μάτια». Εδώ απλώς θα αναφερθώ σε μερικούς. Είναι μέγας ο αριθμός αυτών που θαυμάζω και ευγνωμονώ, και δεν θα πάψω ποτέ να το λέω. Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο ποιητής μου, αυτός από τον οποίο ξεκινώ και στον οποίο επιστρέφω.

 

 

Είναι ο κοσμοπολίτης ποιητής που, έχοντας εντρυφήσει στο ποιητικό παρελθόν της Εσπερίας, στάθηκε ισάξια απέναντι στους κλασικούς της εποχής του, έχτισε πάνω στη δημοτική παράδοσή μας υψηλή νεωτερική ποίηση και έδωσε σε εμάς, τους Νέους Έλληνες, γλώσσα, τη γλώσσα που μιλάμε.

Αγαπώ τους υπερρεαλιστές ποιητές και εν γένει καλλιτέχνες, έλληνες και ξένους. Επίσης ο Βασίλης Καντίνσκη και οι ζωγράφοι του Γαλάζιου Καβαλλάρη με συγκινούσαν ανέκαθεν. Ο Ρίτσος και ο Σκαρίμπας, ο Μπωντλαίρ και ο Λόρκα ανήκουν διαχρονικά στις κορυφαίες προτιμήσεις μου.

 

 

Κατ’ εμέ ο Λέων Τολστόη είναι ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος και ο Μπόρχες ο σημαντικότερος συγγραφέας μικρών σε έκταση κειμένων.

Επί πολλά έτη έχω ασχοληθεί με τον Μαρξισμό – ο Αντόνιο Γκράμσι είναι για μένα ο φιλόσοφος που με δίδαξε πώς λειτουργεί το κράτος και η κοινωνία και τί σημαίνει «πολιτισμός».

Θεωρώ τον Παζολίνι τον μεγαλύτερο homo universalis όλων των εποχών. Η Μαρία Κάλλας, ο Κάρλος Γαρδέλ, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Ζώρζ Μπρασένς, ο Ρομπέρτο Μούρολο και η Ρόζα Μπαλιστρέρι είναι οι αγαπημένοι μου τραγουδιστές.

Πρέπει να διευκρινίσω, πάντως, ότι όλες μου οι επιλογές συνδυάζονται πάντοτε με το τί «καλό» έχουν κάνει σ’ εμένα και με το πόσο πολύ με τέρπουν και με διδάσκουν.

 

 

-Ανατρέχετε κατά καιρούς σε συγκεκριμένα αναγνώσματα;

Χαίρομαι χάριν της απολαύσεως να ξαναδιαβάζω έργα που μου αρέσουν, κυρίως ποιήματα. Και κάθε φορά με συγκινούν, μερικές φορές μάλιστα ανακαλύπτω πράγματα που δεν είχα «δει» ή «σκεφτεί» τις προηγούμενες φορές. Αλλά αυτό ακριβώς δεν σημαίνει «ανάγνωση»; Δεν μπορώ να σας πω πόσες εκατοντάδες φορές έχω διαβάσει κάποια συγκεκριμένα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου και του Νίκου Καρούζου… ή του Στεφάν Μαλλαρμέ και του Πάμπλο Νερούδα!

-Η εργασία του μεταφραστή είναι μια υποτιμημένη, σε σχέση με την πραγματική της αξία, εργασία;

Αν λάβουμε υπόψη τον χωρισμό που επιχειρεί ο Πλάτων στον «Γοργία» του, η μετάφραση εντάσσεται άνευ ετέρου στις «φαύλες» τέχνες, παναπεί στις «μικρές» τέχνες. ΄Αρα δεν είναι καθόλου υποτιμημένη! Μεταξύ μας, όμως, δεν είναι τέχνη –είναι κάτι πέραν της τέχνης–, όπως και δεν είναι επιστήμη, καθώς υπερβαίνει εξ αρχής ό,τι θεωρείται ως επιστήμη.

 

 

Αν θέλαμε να την περιγράψουμε με έναν αρχαιοελληνικό όρο, θα λέγαμε ότι είναι «μήτις», κάτι που θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε ως «πανουργία», ως –στα αγγλικά– «craft and trickery». Η μετάφραση δεν μπορεί να υπάρξει αυτοτελώς, καθώς καθορίζεται πάντα από το πρωτότυπο.

Ο τρόπος αναγνώσεως και προσλήψεως του πρωτοτύπου από τον μεταφραστή σε συνδυασμό με τη δυνατότητα τής εκ μέρους του επαναδιατύπωσης του πρωτότυπου κειμένου σε άλλο γλωσσικό περιβάλλον είναι οι κύριοι παράγοντες που αποδίδουν στα διάφορα μεταφράσματα διακριτά ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Η αξία του μεταφραστή εξαρτάται και από την αξία του ως συγγραφέα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ένας μεγάλος συγγραφέας είναι κατ’ ανάγκην και οπωσδήποτε καλός μεταφραστής.

Ευτυχείς περιπτώσεις συμπτώσεως έχουμε, πάντως, στις περιπτώσεις του Ιακώβου Πολυλά, του Κωσταντίνου Χατζόπουλου και του Άρη Αλεξάνδρου: των κατ’ εμέ τριών πατριαρχών της μετάφρασης λογοτεχνίας στην Ελλάδα.

 

 

-Ενα σχόλιό σας για την κατάσταση που βιώνουμε ως κοινωνία.

Δεν μου αρέσει να «κάνω τον προφήτη», αλλά έχω μάρτυρες (αρκετούς μάλιστα) που θυμούνται μια ομιλία μου στα 2003 απ’ αφορμή της πτώχευσης της Αργεντινής.

Μέσα στην ανόητη πανελλήνια ευφορία για τα limit-up της Σοφοκλέους και για τους επικείμενους τότε Ολυμπιακούς Αγώνες έβλεπα (και το είπα) ότι πολύ σύντομα τα γέλια θα μας γίνουν κλάματα. Όπερ και δυστυχώς εγένετο.

Η ελληνική κοινωνία τώρα είναι πια σαλεμένη, είναι –για να το πω όπως το λένε στο χωριό μου– «αλαλιασμένη». Από την ευφορία πέρασε ξαφνικά στη δυσφορία, και από το άραγμα στην αγανάκτηση.

Μόνο που καμία από αυτές τις καταστάσεις δεν είναι γόνιμα πολιτική. Δεν είμαι πολιτικός, αλλά έτσι το νιώθω.

Η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει, να χωνέψει, ότι της αφαίρεσαν πράγματα που δεν ήταν δικά της. Τα δανεικά (είτε real είτε virtual) ποτέ δεν ανήκουν στον δανειζόμενο.

Κρίνω ότι ως Ελλάδα πληρώνουμε πολύ περισσότερα από ό,τι μας τυχόν αναλογεί. Αυτό είναι οθφαλμοφανές, οφθαλμοφανέστατο μάλιστα.

 

 

Αλλά αυτό δεν απασχολεί καθόλου τους (πάσης φύσεως) εταίρους μας, που έχουν επιλέξει την Ελλάδα ως το κορυφαίο πειραματόζωο στα χρηματοπιστωτικά πειράματα που κάνουν και στα συμπαρομαρτούντα κόλπα που μετέρχονται.

Νομίζω ότι οι εμπεδωμένες πολιτικές πεποιθήσεις που τρέφω, μου αρκούν για να καταλάβω τα πράγματα, και ακριβώς επειδή τελώ εν συνειδήσει τού ότι αδυνατώ να τα επηρεάσω, αποφεύγω να πολιτικολογώ.

Εξ άλλου γνωρίζω ότι δεν έχει καμία σημασία το τί πρεσβεύω και δεν πρεσβεύω εγώ, αφού δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος να ακουστεί – δεν έχει νόημα το όλον.

Όμως δεν μπορώ να μην πω και να μην τονίσω ότι αυτό που έγινε με το δημοψήφισμα του 2015 (και με την προκήρυξή του και με τη διαχείριση του αποτελέσματός του) ήταν αισχρό, η δε αισχρότητα χρεώνεται εξ ολόκλήρου στους παλιούς μου πολιτικούς συντρόφους που τώρα κυβερνούν τη χώρα.

 

 

Και κάτι συμπληρωματικό: εμένα, που δεν έχω ψηφίσει ποτέ Δεξιά ή/και ΠΑΣΟΚ, δεν με τρομάζει η έλευση κανενός Μητσοτάκη, ο δε όποιος Μητσοτάκης τούτο το γνωρίζει, και πολύ καλά μάλιστα.

Έχουμε δια παντός χωριστά τα τσανάκια μας – πράγμα που είναι υπέροχο, ακριβώς επειδή είναι ευκρινές, ξεκάθαρο.

Γι’ αυτό και ό,τι και αν σοφισθεί η συριζανελική κυβέρνηση δεν πρόκειται να με κάνει να έχω τύψεις για τυχόν «επανάκαμψη της Δεξιάς», που η ίδια με τις πράξεις, τις ανοχές και τις παραλείψεις της θα φέρει ξανά στα πράγματα.

Γι’ αυτό και, αν της αρέσει, ας νοιαστεί να δημιουργήσει τύψεις σε εκείνους τους πασοκοδεξιούς που «πρόδωσαν» από «αγανάκτηση» το 2015 την πασοκδεξιά και ψήφισαν την νυν κυβερνώσα ιδιότυπη «αριστερά».

 

 

-Οι νέοι άνθρωποι με τους οποίους έρχεστε σε επαφή πώς αντιμετωπίζουν την κατάσταση που βιώνουμε ως κοινωνία;

Με φόβο και με αδιαφορία. Φοβούνται τα χειρότερα, και αδιαφορούν για την όποια αντίδραση. Οι περισσότεροι είναι φωναχτά «απολιτικοί».

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι οι κατ’ ουσίαν πιο «απολιτικοί» είναι οι (με οποιονδήποτε τρόπο) ασχολούμενοι με την πολιτική. Συναντάς ευφυή,… ευφυέστατα παιδιά που αδρανούν και ζαμανφουτίζονται (αν μπορώ να το πω έτσι) με τα συμβαίνοντα ή τα τεκταινόμενα.

Τα πιο πολλά δεν έχουν εμπιστοσύνη σε κανέναν και σε τίποτα (κάτι που δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό), αλλά δεν προτείνουν και τίποτα, δεν έχουν αντίδοτο στο φαρμάκωμα που υφίστανται.

 

 

-Θεωρείτε ότι σε μια τέτοια δύσκολη εποχή, οι διανοούμενοι έχουν αρθεί στο ύψος των περιστάσεων ή σιωπούν;

Το ζήτημα είναι πώς θα ορίσουμε τον «διανοούμενο». Αν εννοείτε τους «βολεμένους», τους «γνωστούς», τους «επίσημους», τους «αστεράτους», τους «μηντιακούς», τους «ακαδημαϊκίζοντες» (και λοιπές παρόμοιες κατηγορίες), τότε θα σας πω ότι όλοι αυτοί όχι μόνο μιλάνε, αλλά και θορυβούν παντοιοτρόπως μη λέγοντας απολύτως τίποτα.

Ο αγαπημένος τους ρόλος είναι να απαγγέλλουν το «Να γιατί φτάσαμε εκεί που φτάσαμε!», χωρίς εντούτοις να μας το αποδεικνύουν ή, έστω, να μας το δείχνουν.

Τις περισσότερες φορές επικαλούνται κάποιο αδιάφορο περιστατικό από τη «μικροϊστορία» τους.

Υπάρχει και μία άλλη κατηγορία: οι «γενικώς και αστόχως καταγγέλλοντες» που έχουν διατελέσει στο παρελθόν κατ’ επανάληψη πολιτειολόγοι, συνταγματολόγοι, κοινωνιολόγοι, σεισμολόγοι. Όλοι αυτοί μιλάνε – και μάλιστα μιλάνε πολύ, καταγγέλλοντας τους «διανοούμενους που δεν μιλάνε».

Συνθέτουν την πολυπληθέστερη ομάδα. Είναι παντελώς άσχετοι και μιλάνε σαν εμβριθείς γνώστες.

 

 

Υπάρχει, π.χ., ένας τέτοιος τηλεοπτικός μαϊντανός με περιβολή διανοουμένου που, ενώ δεν έχει επισκεφθεί ούτε μία φορά την Τουρκία και δεν ξέρει ούτε μία λέξη τουρκικά, μιλάει σαν να είναι μέσα στο μυαλό του Ερντογάν και πετάει κάθε τόσο λέξεις τουρκικές προσποιούμενος μέσω μιας μαϊμουδίσιας προφοράς ότι είναι δεινός ομιλητής της τουρκικής.

Βεβαίως πάντα υπάρχουν διανοούμενοι που διανοούνται αρμοδίως και με γνώση επί των προκυπτόντων σοβαρών ζητημάτων, αλλά αυτούς τους περιλαμβάνουν οι αστέρες της ανωτέρω κατηγορίας και τους βάζουν στη θέση τους.

Ξεχνιέται, άραγε, η επίθεση των ανειδημόνων κατά του Κορνήλιου Καστοριάδη, όταν ο τελευταίος είχε καταθέσει νομίμως την απολύτως τεκμηριωμένη άποψή του για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία;

 

 

Ή μήπως ξεχνιέται η επίθεση κάποιων δοκισησόφων καλάμων γνωστότατου δημοσιογραφικού συγκροτήματος εναντίον του Παναγιώτη Κονδύλη, όταν ο τελευταίος έχοντας διατυπώσει συγκροτημένη περί πολέμου θεωρία, αναγκάστηκε να απαντά σε λοιδορίες του στυλ «μιλάει και ο στρατηγός Κονδύλης»; Όχι δεν ξεχνιούνται!

Από την άλλη μεριά η λέξη «διανοούμενος» είναι βλακωδώς μεν, αλλά αρνητικά φορτισμένη. Και όλα αυτά συμβαίνουν, επειδή ακριβώς μάς λείπει η έμπεδη παιδεία, για να δημιουργηθούν οι υποδοχές και τα πλαίσια λειτουργίας των διανοητών.

Αλλά θα πω και το άλλο: όσοι σιωπούν σιωπούν, επειδή απλώς δεν έχουν τίποτα να πούνε.

Μην εκληφθεί η σιωπή τους ως τάχα σημαίνουσα «αυτοτιμωρία» – περί καθαρής μουγγαμάρας πρόκειται.

Το τελευταίο ισχύει και για τους ακαδημαϊκούς δασκάλους που δεν γράφουν ούτε αράδα και για τους ποιητές που δεν συνθέτουν ούτε λειψό στιχάκι. Δεν πρόκειται περί στοχαστικής σιωπής, όχι! Δεν έχουν απολύτως τίποτα να πουν…

 

 

-Κοντά σε όλα τα άλλα είστε και φανατικός Ολυμπιακός. Αυτό πώς προέκυψε;

Είμαι οπαδός του Ολυμπιακού Συνδέσμου Φιλάθλων Πειραιώς από πέντε ετών και υποστηρίζω τον Σύνδεσμό μας σε όλα τα αθλήματα, και δη φανατικά. Το «φανατικά» δεν σημαίνει ότι «δεν βλέπω τίποτε άλλο εκτός από τον Ολυμπιακό» ούτε ότι «δίνω πάντα δίκιο στον Ολυμπιακό». Όχι, όχι!

Τη λέξη αυτή εγώ την κατανοώ ως έκφραση της αφοσίωσης και της αγάπης που νιώθω για κάτι που με γεμίζει μόνο και μόνο με το ότι μετέχω της υπάρξεώς του. Μέθεξη είναι για μένα ο φανατισμός – όχι «στραβομάρα».

Λογική εξήγηση τού γιατί είμαι Ολυμπιακός και όχι κάποια άλλη ομάδα δεν υπάρχει.

Σε κάτι υψηλό και άρρητο πρέπει να κρύβεται η απάντηση, αλλά ακριβώς, επειδή είναι υψηλό και άρρητο, ούτε να το προσεγγίσω δύναμαι με τον νου ούτε να το εκφράσω μπορώ με λόγια. Ίσως να με γοήτευσε με τον ήχο του το όνομα «Ολυμπιακός», όταν το πρωτάκουσα…

 

 

Μου αρκεί, όμως, που «οπάζω» τον Ολυμπιακό, που είμαι δηλαδή οπαδός του Ολυμπιακού, και τον ακολουθώ σε όλες του τις δραστηριότητες. Παρακολουθώ όλα τα αθλήματα και με ενδιαφέρει η ιστορία της ομάδας μου σε όλους τους αθλητικούς τομείς.

Σέβομαι τους αντιπάλους του Ολυμπιακού και πρώτον από όλους τον αιώνιο αντίπαλό μας: τον Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο. Ποτέ και με τίποτα δεν θα μπορούσα, ωστόσο, να είμαι οπαδός του ΠΑΟ.

Αν δεν υπήρχε ο Ολυμπιακός, θα ήμουν ΠΑΟΚ. Παρακολουθώντας και το διεθνές ποδόσφαιρο μπορώ νας σας πω ότι υποστηρίζω τη Μπόκα Τζούνιορς και τον Άγιαξ – συλλογικές επιλογές πολύ παλιές, από τη δεκαετία του 70.

Εννοείται ότι η απόσταση που χωρίζει την αγάπη μου για τον Ολυμπιακό από όλους τους άλλους είναι χαώδης. Έχω δει ανθρώπους να αλλάζουν ομάδα: αυτό εγώ επιτρέψτε μου να σας πω ότι αδυνατώ να το καταλάβω. Για μένα η ομάδα είναι το μόνο που δεν μπορείς να αλλάξεις.

 

 

-Υπάρχει Ολυμπιακός συγκεκριμένης εποχής που αγαπάτε περισσότερο; Παίκτες;

Ξεχωρίζω τέσσερις ομάδες σε τέσσερις εποχές. Η ομαδάρα του Μπούκοβι είναι ο «μύθος» μου και συνάμα η έντονα φαντασιακή «πραγματικότητά» μου, γιατί την έζησα παιδί ραδιοφωνικώς. Η ομαδάρα του Γουλανδρή μπήκε στην εφηβική ζωή μου και τηλεοπτικώς και με συγκλόνισε με τα ανεπανάληπτα ρεκόρ της.

Οι ομαδάρες της εποχής του αείμνηστου Σταύρου Νταϊφά με φανάτισαν, καθώς τις ακολουθούσα παντού. Η εποχή της προεδρείας του Σωκράτη Κόκκαλη ήταν η ποιοτικώς καλύτερη: είδαμε να φορούν τη φανέλα του Θρύλου και να αγωνίζονται γι’ αυτόν ποδοσφαιριστές παγκοσμίου κλάσεως.

 

 

Για μένα ο ολυμπιακός ήρωας, ο ήρωάς μου, είναι ο αρχικανονιέρης Γιώργος Σιδέρης. Εννοείται: μαζί με τους υπόλοιπους τέσσερις της επιθετικής πεντάδας, δηλαδή με τους Βασιλείου, Γιούτσο, Παπάζογλου και Μποτίνο.

Ο Κελεσίδης, ο Λοσάντα, ο Τριαντάφυλλος, ο Αργυρούδης και ο αείμνηστος Κρητικόπουλος δεν φεύγουν ποτέ από τη μνήμη μου.

Τον Δεληκάρη τον λάτρευα, αλλά φόρεσε τη φανέλα με το τριφύλλι: καλά έκανε, αλλά δεν θα συμφιλιωθώ ποτέ με το γεγονός αυτό.

Ο Αναστόπουλος, ο Καραπιάλης, ο Τζόρτζεβιτς, ο Ζιοβάννι, ο Καρεμπέ, ο Ριβάλντο, ο Γκαλέτι, ο Ιμπαγάσα, ο Ντομίνγκες είναι επίσης ποδοσφαιριστές που λατρεύω.

 

 

Η διαχρονική ερυθρόλευκη μορφή είναι ο Ανδρέας Μουράτης: ευγενής φυσιογνωμία της ζωής και των γηπέδων. Σαν τον Μουράτη βλέπω τον Τάσο Πάντο, τον Ιεροκλή Στολτίδη και τον Νταβίντ Φουστέρ: εκφράζουν το αγωνιστικό πνεύμα που θέλω να βλέπω στους παίχτες που φορούν την ερυθρόλευκη φανέλα – όπως θα έπαιζα κι εγώ, αν ήμουν στη θέση τους.

Από τους αντιπάλους μας θαυμάζω τον Δομάζο, τον Οικονομόπουλο, τον Ελευθεράκη και τον Βαζέχα από τον ΠΑΟ, τον Μίμη Παπαϊωάννου και τον Θωμά Μαύρο από την ΑΕΚ, και τους Κούδα, Τερζανίδη, Σαράφη, Ιωσηφίδη και Παρίδη από τον ΠΑΟΚ. Μεγάλες μορφές όλοι τους.

 

 

-Οι δύο ιδιότητες, του οπαδού και του πνευματικού ανθρώπου, συνυπάρχουν αρμονικά; Ή έρχονται στιγμές που η μία υπερισχύει τής άλλης;

Όπως σας είπα και στην αρχή κάνω ό,τι κάνω φανατικά και ποτέ δεν ανακατεύω τις ιδιότητες και τις δραστηριότητές μου. Αν μπορώ να μιλήσω για κάποιο βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του εαυτού μου, θα πώ ότι ουδέποτε υπήρξα «σοβαροφανής» ή «κρυόκωλος».

Το έχω πληρώσει αυτό, και μάλιστα ακριβά, αλλά δεν το αλλάζω με τίποτα. Προσπαθώ σε ό,τι κάνω να είμαι ο εαυτός μου ολόκληρος, ακέραιος, να είμαι συνεπής και σε αρμονία με όλο το είναι μου.

 

 

Αυτό με γεμίζει και με αιτιολογεί στη ζωή. Δεν μπορώ να εναλλάσσω εαυτούς, να υπηρετώ πλείονες του ενός αφεντάδες. Το αφεντικό του εαυτού μου είμαι εγώ – και σε όποιον αρέσει…

Το τελευταίο ακούγεται εγωιστικό, αλλά δεν είναι. Είναι απλώς το φρούριο, μέσα στο οποίο προστατεύω και συντηρώ τον εαυτό μου.

Από την άλλη μεριά η ενασχόλησή μου με τα σπορ και με την ομάδα που υποστηρίζω είναι για εμένα όρος ζωής… απαράγραπτη συνθήκη του είναι. Δεν μπορεί να αγωνίζεται η ομάδα μου και εγώ να είμαι κάπου αλλού εκτός από δίπλα της: φανατικός οπαδός και υποστηρικτής της, ένας νόμιμος παραπάνω παίκτης της.

Αλλά, όταν εργάζομαι δημιουργικά ή ακαδημαϊκά, ο νους μου είναι μόνο στη συγκεκριμένη εργασία μου.

 

 

Καμιά φορά, πάντως, εκεί που μεταφράζω, κι έχω μπαφιάσει ή έχω βρεθεί να δυσκολεύομαι στην απόδοση του ξένου κειμένου που με απασχολεί, και οι οκτώ καφέδες της ημέρας δεν μπορούν να με συνδράμουν άλλο, επιλέγω να χαλαρώσω αφήνοντας κάτω το μολύβι ή παρατώντας το πληκτρολόγιο και να θυμηθώ κάποιο γκολ του Ρομαίν Αργυρούδη κατά του ΠΑΟ ή κάποιο ανάποδο ψαλίδι του Νίκου Αναστόπουλου ή κάποια λόμπα του Ζιοβάννι σε συνδυασμό με τα δικά μου συναισθήματα: από την αποθήκη της μνήμης επιλέγω να με επισκεφθούν γλυκιές και συγκινητικές αναμνήσεις.

 

 

Κι ευθύς αμέσως νιώθω –μεταφορικώς, εννοείται– αυτό που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός: «Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του». Ο Παζολίνι, ο Καμύ και ο Σοστακόβιτς –τρεις γίγαντες των γιγάντων– λάτρευαν το ποδόσφαιρο και τις ομάδες τους: τη Μπολόνια, τη Ρασίγκ Υνιβερσιταίρ ντ’ Αλζέρ και τη Ζενίτ Λένινγκραντ αντίστοιχα.

Όχι μόνο μου αρκεί αυτό, αλλά και μου δίνει εναύσματα να σκάβω την ουσία των πραγμάτων και να αναζητώ νέους συχετισμούς ανάμεσα στο πνεύμα και στο παιχνίδι, στο όποιο παιχνίδι. Και μέγα παιχνίδι είναι όχι μόνο ο λόγος και η κάθε γλώσσα χωριστά, αλλά και οι αναμετρήσεις των γλωσσών μεταξύ τους όπως διεξάγονται κατά τους μεταφραστικούς αγώνες.

Ο Γιώργος Κεντρωτής γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους Λακωνίας. Είναι λογοτέχνης, μεταφραστής και καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

 

Δείτε επίσης