Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Για εκείνον πρωτακούστηκε το ‘όλε’! Ήταν «η χαρά του λαού». Ο παίκτης που έπαιζε για το κοινό, χωρίς να ενδιαφέρεται για αυτήν καθαυτήν την νίκη. Μια ιδέα σαν τον Χατζηπαναγή. Δηλαδή, αφού ντρίμπλαρε κάποιον, μπορούσε να τον ξαναντριμπλάρει, μόνον και μόνον για να ευχαριστηθεί η κερκίδα.

Παιδί φτωχής οικογένειας, γεννήθηκε ανάπηρος, με το ένα πόδι πιο κοντό από το άλλο. Ομως αυτό έμελλε να είναι και το προσόν του που θα τον έκανε παγκοσμίως διάσημο, αφού εξαιτίας τής συγκεκριμένης του ιδιομορφίας, κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει όταν ξεκινούσε τις ντρίμπλες. Ολοι ήξεραν την προσποίηση που θα έκανε αλλά αδυνατούσαν να την αποφύγουν….

 

garrincha

 

Ο Μανέ Γκαρίντσα, περί ου ο λόγος, ίσως είναι κάπως άγνωστος στους νεώτερους. Αλλά στη μεγάλη εθνική Βραζιλίας, νικήτρια των Π.Κ. του ’58 και του ’62, ήταν το Νο2 στην ομάδα, μετά τον Πελέ. Κι όταν εκείνος τραυματίστηκε, ο Γκαρίντσα “κατέκτησε μόνος του” το κύπελλο το 1962 στη Χιλή.

Πετυχαίνει δύο γκολ στον ημιτελικό με την γηπεδούχο Χιλή και ‘στρώνει’ άλλα δύο με ασίστ στον Βαβά ( 4-2 το σκορ ). Η Βραζιλία, απόντος του Πελέ, περνά στον τελικό με την Τσεχοσλοβακία τού μεγάλου Josef Masopust. Εκεί ο Γκαρίντσα δεν θα σκοράρει ( νίκη με 3-1 και η Βραζιλία κατακτά το δεύτερο σερί Π.Κ. ). Αλλά προς το τέλος του παιχνιδιού, νιώθει την ανάγκη να προσφέρει “κάτι” στους φιλάθλους. Ετσι, αρχίζει και ντριμπλάρει σαν αφιονισμένος τους Τσεχοσολοβάκους. Εναν, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι…Κάποια στιγμή, οι αντίπαλοι σταματούν, κανείς δεν πλησιάζει να τον μαρκάρει. Ο Γκαρίντσα, σαν μικρό παιδί, χαμογελά. Για μια ακόμη φορά τα είχε καταφέρει: είχε γίνει “η χαρά του λαού”.

 

garrincha-et-pele-1327083722_620_400_crop_articles-152391

 

Από το Π.Κ. τού ’62 και μετά, αρχίζει η πτώση του. Τραυματισμοί, άτυχες προσωπικές επιλογές, τροχαίο, πολύ αλκοόλ. Ενας χωριάτης, ένας ινδιάνος, φεύγει άδοξα από τη ζωή στα 50του χρόνια. Και μένουν οι ντρίμπλες του και το φαντεζί παιχνίδι του να θυμίζουν σε όλους, τον στραβοπόδη που οι φίλαθλοι αγάπησαν πολύ…

Γιατί γράφω για τον Γκαρίντσα; Επειδή σε πρόσφατο bazaar βιβλίου ανακάλυψα -έκπληκτος- δύο βιβλία ( ’70ς-’80ς )τού Δημήτρη Ν. Ζήκα που τα είχε εκδώσει ο ίδιος. Το ένα είχε τίτλο «Μανέ Γκαρίντσα, η χαρά του λαού» και το άλλο «Βραζιλία, η λατρεία ενός λαού για το ποδόσφαιρο – Το καλύτερο ποδόσφαιρο του κόσμου». Αν τα βρείτε, αποκτήστε τα, είναι μικρά διαμάντια. Δεν λάμπουν σαν τέτοια αλλά έχουν μέσα τους στοιχεία αυθεντικά βραζιλιάνικα: γιορτή, σάμπα, ψυχή και πάθος.

Δείτε επίσης