Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Εν αναμονή του πολυδιαφημισμένου Arrival:

του Διονύση Π. Σιμόπουλου

Επίτιμου διευθυντή Ευγενιδείου Πλανηταρίου

Σε όλες σχεδόν τις ομιλίες που κάνω όλα αυτά τα χρόνια, μία από τις βασικές ερωτήσεις που μου κάνουν στο τέλος της ομιλίας περιλαμβάνεται σχεδόν πάντοτε και η ερώτηση εάν είμαστε μόνοι μας στο Σύμπαν. Και η απάντηση που δίνω συνήθως είναι σύντομη και συνοψίζεται στο εξής: «το ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι το μοναδικό λογικό ον ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των γαλαξιών και το ότι κατά καιρούς θα πρέπει να έχουν ανθήσει διάφοροι διαστημικοί πολιτισμοί στο Σύμπαν, είναι κάτι που όλοι σχεδόν οι επιστήμονες αποδέχονται σήμερα σαν κάτι το πιθανό γιατί βασίζονται σ’ αυτό που προκύπτει από την αστροφυσική λογική, ότι δηλαδή η πλανητική μας οικογένεια δεν είναι καθόλου μοναδική.

Το 10% των άστρων είναι του ίδιου τύπου με τον Ήλιο, με την ίδια μάζα, το ίδιο μέγεθος και την ίδια θερμοκρασία. Και από αυτά το 50% τουλάχιστον περιστρέφεται αργά όπως και ο Ήλιος. Ξεκινώντας λοιπόν από τα 200 δισεκατομμύρια άστρα του Γαλαξία μας, και υπολογίζοντας πάντα με τα χαμηλότερα ποσοστά, καταλήγουμε στο ότι δεν πρέπει να υπάρχουν λιγότεροι από 50 δισεκατομμύρια πλανήτες. Συνεχίζοντας και χρησιμοποιώντας πάντα τα πιο απαισιόδοξα δεδομένα έτσι ώστε να εξαιρούνται ορισμένα είδη πλανητών μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι μέσα στο Γαλαξία μας και μόνο πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο κόσμοι παρόμοιοι με τη Γη μας.

 

arrival-movie__382803_

 

Ο Γαλαξίας μας όμως δεν είναι παρά ένας μόνο από τις μυριάδες των γαλαξιών που αντικρίζουμε με τα τηλεσκόπιά μας. Ακόμη και με τις πιο φτωχές προβλέψεις μας, το Σύμπαν πρέπει να περιλαμβάνει 100 δισεκατομμύρια γαλαξίες. Σύμφωνα λοιπόν με τις συντηρητικές αυτές προβλέψεις στο Σύμπαν πρέπει να υπάρχουν εκατό χιλιάδες τρισεκατομμύρια δίδυμοι πλανήτες σαν τη Γη. Ακόμα όμως και αν δεχτούμε ότι στο Σύμπαν υπάρχουν όλες αυτές οι μυριάδες των πλανητών και ότι σε κάθε έναν από αυτούς αναπτύχθηκε ζωή, και πάλι έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα σοβαρό πρόβλημα. Γιατί, αν η ζωή γεννήθηκε και επέζησε πάνω σ’ αυτούς τους πλανήτες, πόσο βέβαιο είναι άραγε ότι μπόρεσε και να εξελιχθεί, και να καταλήξει σε κόσμους με νοήμονα όντα;

Μια άποψη που αποδέχονται οι περισσότεροι βιολόγοι, ειδικά οι εξωβιολόγοι, είναι ότι όταν σε κάποιο κατάλληλο περιβάλλον δημιουργηθεί τυχαία ο πρώτος μονοκύτταρος μικροοργανισμός, θα αρχίσει να ακολουθεί την αλυσίδα της εξέλιξης που δεν τελειώνει πουθενά. Φυσικά ο αριθμός των πολιτισμών αυτών, είναι δυνατόν να κυμαίνεται πάρα πολύ ανάλογα με τον χρόνο που μιά φυλή λογικών όντων μπορεί να επιβιώσει σαν μιά πλήρης τεχνολογική κοινωνία. Διότι υπάρχει ο κίνδυνος να αυτοκαταστραφούν με έναν πυρηνικό πόλεμο ή με τη συνεχή μόλυνση του περιβάλλοντός τους. Γι’ αυτό, με τόσο μικρές περιόδους επιβίωσης, ο αριθμός των τεχνολογικών πολιτισμών οι οποίοι μπορούν να υφίστανται ταυτόχρονα μέσα στο Γαλαξία μας θα πρέπει σε τελική ανάλυση να μην είναι και τόσο πολύ μεγάλος. Οπότε και η μέση απόσταση μεταξύ τους θα πρέπει να είναι τεράστια.

 

arrival2

 

Σκεφτείτε ότι, αν υποθέσουμε ότι στο Γαλαξία μας και μόνο υπάρχουν αυτή τη στιγμή 1.000.000 διαστημικοί πολιτισμοί, τότε για να μπορέσει ένα και μόνο διαστημόπλοιο απ’ όλους αυτούς να φτάσει μία και μόνη φορά στη Γη μας, θα χρειαζόταν καθένας απ’ αυτούς να εκτοξεύει 1.000 διαστημόπλοια το χρόνο επί 250 χρόνια συνεχώς και προς όλες τις κατευθύνσεις. Κι αυτό είναι αλήθεια όχι μόνο για τις επισκέψεις αλλά και για την απλή αποστολή μηνυμάτων. Γιατί ακόμη και στην περίπτωση που ένας εξωγήινος πολιτισμός βρισκόταν σε απόσταση 1.000 μόνο ετών φωτός από μάς μία απλή ανταλλαγή μηνυμάτων θα απαιτούσε την παρέλευση 2.000 χρόνων.

Και το άσχημο είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό αφού η ταχύτητα του φωτός περιορίζεται στα 300.000 χιλιόμετρα το δευτερόλεπτο και είναι μία ταχύτητα όριο για το Σύμπαν και την οποία τίποτα δεν μπορεί να υπερβεί έστω και με την πιο «μαγικά» αναπτυγμένη τεχνολογία. Έτσι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε στο μεταξύ είναι να ρωτάμε που είναι όλοι αυτοί οι εξωγήινοι, ιδιαίτερα μάλιστα αν όλοι τους ακούνε αλλά κανένας τους δεν εκπέμπει. Γι’ αυτό θα πρέπει να το πάρουμε μάλλον απόφαση και να κατανοήσουμε όλοι μας ότι η επίσκεψη της Γης από εξωγήινα διαστημόπλοια δεν πρέπει να είναι εφικτή ενώ η πιθανότητα να μας «βρουν» είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Είναι σαν να ψάχνουν «βελόνα στ’ άχυρα»! Μέσα σε ένα Σύμπαν  που ίσως να σφύζει από ζωή, είμαστε περίεργα πως σχεδόν απομονωμένοι, σαν σε καραντίνα.

Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι το θαύμα της ζωής συνέβη όντως εδώ πάνω στη Γη, σ’ έναν απλό πλανήτη, ενός απλού κιτρινωπού άστρου. Αλλά και τα άστρα είναι εκεί έξω. Όπως και τα χημικά συστατικά της ζωής είναι κι αυτά εκεί έξω, παντού, διασκορπισμένα στο Σύμπαν. Τα πρώτα “χημικά βήματα” προς τη ζωή γίνονται παντού, ακόμη και στα βάθη του διαστρικού κενού. Υπάρχει επίσης και ο απαιτούμενος χρόνος. Χρόνος για ανακάτεμα, ανάπτυξη, αλλαγή, χρόνος που μετριέται σε δισεκατομμύρια χρόνια. Έτσι το Σύμπαν είναι δυνατόν να περιέχει 100.000 τρισεκατομμύρια φυλές όντων (ο αριθμός 1 ακολουθούμενο από 17 μηδενικά) που θα ψάχνουν με τα μάτια τους το «κενό», για να δουν αυτά που βλέπουμε κι εμείς, για να σκεφτούν αυτά που σκεφτόμαστε κι εμείς, και να αναρωτηθούν κι αυτοί αν είναι μόνοι τους στο Σύμπαν.

 

Δείτε επίσης