Υπήρξε μία από τις πιο εντυπωσιακές επιχειρήσεις διάσωσης ομήρων στην ιστορία. Πριν από 42 χρόνια, το 1976, στο αεροδρόμιο Έντεμπε της Ουγκάντας, του Ιντι Αμίν Νταντά, προσγειώθηκε απρογραμμάτιστα ένα αεροπλάνο που είχε απογειωθεί από το Τελ Αβίβ και, έχοντας κάνει ενδιάμεση στάση στην Αθήνα, κατευθυνόταν στον τελικό προορισμό του, στο Παρίσι.

Αλλά στην Αθήνα, μεταξύ άλλων είχαν επιβιβαστεί έξι άτομα, 4 Παλαιστίνιοι και 2 Γερμανοί, μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων, οι οποίοι και οδήγησαν το αεροπλάνο στην πόλη Καμπάλα τής Ουγκάντας. Από εκεί ζήτησαν την απελευθέρωση 40 Παλαιστινίων και 12 άλλων ατόμων, που κρατούνταν σε φυλακές της Κένυας, της Ελβετίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, προκειμένου να αφήσουν ελεύθερους τους 103 ομήρους ισραηλινής καταγωγής που είχαν κρατήσει, αφού προηγουμένως είχαν απελευθερώσει τους υπόλοιπους.

 

 

Το Ισραήλ, με πρωθυπουργό τον Γιτζάκ Ράμπιν και υπουργό Αμυνας τον Σιμόν Πέρες, έδρασε δυναμικά. Την έβδομη ημέρα ομηρείας, μετά από μια τέλεια σχεδιασμένη επιχείρηση, η ομάδα κομάντο που έστειλε κατόρθωσε δρώντας αστραπιαία να εκτελέσει τους έξι τρομοκράτες και να απελευθερώσει τους ομήρους, με ελάχιστες απώλειες: τρεις ομήρους και τον αρχηγό των κομάντο, συνταγματάρχη Γιονάταν Νετανιάχου.

Το ενδιαφέρον στοιχείο σε σχέση με την πολιτική ιστορία του Ισραήλ είναι ότι τέσσερις πρωθυπουργοί, νυν και μέλλοντες συμμετείχαν στην επιχείρηση: ο Γιτζάκ Ράμπιν, ο Σιμόν Πέρες, ο Εχουντ Μπάρακ ( στο γκρουπ των επικεφαλής στρατιωτικών της επιχείρησης ) και ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου, αδελφός του μοναδικού νεκρού από πλευράς κομάντο, του αρχηγού – συνταγματάρχη Γιονάταν Νετανιάχου. 

 

 

Η ταινία “7 μέρες στο Έντεμπε” του Χοσέ Παντίγια προβάλλεται από την Πέμπτη στους ελληνικούς κινηματογράφους. Πρωταγωνιστές, στους ρόλους των δύο Γερμανών τρομοκρατών οι -πολύ καλοί- ηθοποιοί Ντάνιελ Μπριλ και Ρόζαμουντ Πάικ. Πολύ καλά γυρισμένη και με ένα έξοχο εύρημα, την παράλληλη πορεία της επιχείρησης με αυτήν μιας χορευτικής παράστασης στην οποία συμμετέχει η κοπέλα ενός από τους επικεφαλής των κομάντο ( έξοχη και η μουσική), η ταινία ανιχνεύει τόσο τις σκέψεις και την προσωπικότητα των τρομοκρατών όσο και των Ισραηλινών πολιτικών που καλούνται να λάβουν μια δύσκολη απόφαση.

Ο Πέρες προβάλλεται να είναι υπέρ της επιχείρησης και κατά κάθε απόπειρας διαπραγμάτευσης, ο Ράμπιν να είναι πιο διαλλακτικός, λέγοντάς του: «Αυτοί οι άνθρωποι είναι γείτονές μας, με αυτούς θα ζούμε τα επόμενα χρόνια. Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να διαπραγματευόμαστε μαζί τους».

Τελικά η επιχείρηση γίνεται και στους τίτλους τέλους υπάρχουν οι πληροφορίες για το τι έγινε αργότερα: η απονομή Νόμπελ Ειρήνης στον Ράμπιν, η δολοφονία του από ισραηλινό εξτρεμιστή κ.ο.κ.

 

 

Στα υπέρ του σκηνοθέτη και των παραγωγών, το ότι η οπτική δεν είναι μονοδιάσταση, σε στιλ “καλοί-κακοί” αλλά περισσότερο προσπαθεί να αποδώσει το κλίμα της εποχής και της ισραηλινο-παλαιστινιακής διένεξης, όπως και να κινηθεί ευρύτερα, στο πλαίσιο τού πώς μπορεί να φτιαχτεί ένας καλύτερος κόσμος χωρίς βία, στρατιωτικοποίηση και -συχνά- αναπαραγωγή συμπεριφορών που ένας λαός έχει υποστεί στο παρελθόν απέναντι σε άλλους, όμως με ρεαλιστικούς τρόπους και όχι με ευχολόγια και απλουστευτικές ιδεολογικές προσεγγίσεις.

Εν τέλει μια γοητευτική και επιτυχημένη στο είδος της ταινία που αξίζει να τη δει κανείς και να καταλήξει, εξετάζοντας όλες τις πτυχές, στην εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων για τους ταραγμένους καιρούς που ζήσαμε – και συνεχίζουμε να ζούμε.

 

 

 

 

 

 

Δείτε επίσης