Ήταν τρελός? Ηταν ευαίσθητος? Ήταν δειλός? Ηταν γενναίος? ήταν αλαζών? Τι ήταν ο Κώστας Καρυωτάκης, ο αυτόχειρας ποιητής στον οποίο αφιερώνει το τελευταίο τεύχος του το περιοδικό Οδός Πανός, 90 χρόνια μετά τον θάνατό του? Δύσκολη η απάντηση και προφανώς η βιοθεωρία και η ψυχοσύνθεση του καθενός είναι που την συνθέτουν. Αν ένα είναι δεδομένο είναι ότι επρόκειτο για έναν μεγάλο ποιητή, έναν Τζέιμς  Ντιν της γραφής που βιάστηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο στα 32του χρόνια.

Επρόκειτο άλλωστε για μια δυσοίωνη και ζοφερή εποχή, εκείνη του μεσοπολέμου. Ενα μουντό σύννεφο απελπισίας σκέπαζε τον ουρανό της καθημερινότητας: φτώχεια, πείνα, απελπισία, έλλειψη προοπτικής, αυταρχισμός, μια “άρρωστη κανονικότητα”. Ο ίδιος, υπάλληλος, αυτοβιογραφείται μέσα από την ποίησή του: «Οι υπάλληλοι όλο λιώνουν και τελειώνουν, σαν στήλες δύο-δύο μες τα γραφεία. Ηλεκτρολόγοι θα’ναι η Πολιτεία, κι ο θάνατος που τους ανανεώνουν».

Ασφυκτικός λοιπόν ο κλοιός γύρω από τον Καρυωτάκη, όπως αναδύθηκε και από την πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο θάνατος του ανθρώπου και των πραγμάτων», όπου ήδη διαφαίνεται η απαισιοδοξία του και ο κυνισμός του. Ενας κυνισμός που έφτασε στα απώτερα όρια, θεωρώντας ακόμη και αυτό το “εγώ” του αναλώσιμο. 

 

 

Όχι ότι  έλειπε το χιουμορ από τα ποιήματά του αλλά ένα χιούμορ σκοτεινό, μαύρο. Συνδυασμένο με έναν υφέρποντα μισογυνισμό, εκδηλώνεται έντονα στο ποιημά του Αποστροφή: «Ατίθασα μελη, διαφανή ρούχα, γλοιώδη στόματα υποκριτικά, ανυποψίαστα μηδενικά, πλάσματα, και γι’αυτό προνομιούχα»

Ο Καρυωτάκης επεδίωκε τον ευδαιμονισμό και τον έρωτα.Σύντομα κατάλαβε, εύστροφος ων, ότι ο ευδαιμονισμός ήταν μια ουτοπία. Κι όσο για τον έρωτα, η Μαρία Πολυδούρη ήταν το αίσθημα της ζωής του, ένα αίσθημα καταδικασμένο, ίσως εξαιτίας της προσωπικότητας και των δυό τους, να μην έχει ευτυχή κατάληξη. Αλλωστε δεν είναι τυχαίο και ο δικός της χαμός, δύο χρόνια μετά την αυτοκτονία του ποιητή.

Κόντρα σε όλες τις εξουσίες της εποχής, ο Καρυωτάκης βρέθηκε μετατεθειμένος στην μουντή Πρέβεζα. Αυτό ήταν μάλλον και το τελειωτικό χτύπημα στην ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία του. Πασίγνωστο άλλωστε το ομώνυμο ποίημά του ( το τραγούδησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ) «Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται, στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια». Το ζοφερό τοπίο, η εγγενής μελαγχολία του, η απελπισία του καθώς έπασχε από την ανίατη εποχή σύφιλη, τον ώθησαν τελικά στο μοιραίο εγχείρημα. Μην στρέφοντας το πιστόλι στο μυαλό του, από το οποίο προέκυπτε η σκοτεινιά του αλλά στην καρδιά του, στο συναίσθημα που ποτέ δεν μπόρεσε να βρει διέξοδο.

Παρότι ο Κώστας Καρυωτάκης πέθανε στα 32του χρόνια, η ποίησή του έμεινε για να τον θυμίζει, χαρακτηρίζοντας ένα ολόκληρο ρεύμα, αυτό του «καρυωτακισμού». Σήμερα, σε μια εποχή που η ανθρωπότητα σκεπάζεται από βαριά σύννεφα σκότους, ενδεχομένως ο Καρυωτάκης να είναι πιο επίκαιρος από ποτέ.

 

Δείτε επίσης