Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Πολλοί τον κριτικάρουν για διάφορες επιλογές του αλλά το βέβαιον είναι ότι ο Ζάχος Χατζηφωτίου έζησε -και ασφαλώς συνεχίζει να ζει- μια πλούσια σε εμπειρίες ζωή. Τολμηρός, θαρραλέος, πολλές φορές δεν σκεφτόταν καθόλου το αύριο αλλά πάντοτε εύρισκε έναν τρόπο να επιβιώνει και να επανέρχεται δριμύτερος στο προσκήνιο.

Τα πάντα για τη ζωή του μπορείτε να τα μάθετε αν διαβάσετε το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Τα εν οίκω εν δήμω» από τις εκδόσεις Φερενίκη του Χρήστου Ζαμπούνη. Εδώ, σε ένα χρονογράφημά του στην Εστία, περιγράφει σε λίγες γραμμές την Κηφισιά των νεανικών του χρόνων.

«Η προπολεμική Κηφισιά δεν είχε καμιά σχέση με τη σημερινή. Πολυκατοικίες δεν υπήρχαν. Η κάθε οικογένεια είχε το σπίτι της, συνήθως και το αυτοκίνητό της. Η πιο παλιά Κηφισιά ήταν «η Κάτω Κηφισιά», με τα μεγάλα διατηρητέα μέχρι και σήμερα σπίτια των πιο γνωστών μονίμων κατοίκων.

 

 

Το δικό μας το σπίτι ήταν στην οδό Λεβίδου 17, στο Κεφαλάρι, και σε αυτό έζησα από νήπιον μέχρι 17 ετών, που μπήκαν οι Γερμανοί το ’41 κι έφυγα για τη Μέση Ανατολή.

Κάθε Πέμπτη, από το ξενοδοχείο «Απέργη», όταν είχε «Ζουρ Φιξ» στους κήπους του, άκουγα τον Νεοκλή να παίζει πιάνο. Το ίδιο γινόταν και κάθε Σάββατο από το ξενοδοχείο Σέσιλ, με τον μοναδικό συνθέτη Γιάννη Σπάρτακο, να ακούγεται η μελωδία του ανενόχλητη μέσα στην απέραντη ησυχία που βασίλευε τις προπολεμικές νύχτες στην Κηφισιά.

Τον Νεοκλή δεν τον εγνώρισα στην μετέπειτα του πολέμου ζωή μου ενώ με τον Σπάρτακο είχα κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Ο Σπάρτακος είχε δώσει νέα πνοή στο ελληνικό τραγούδι. Οι μελωδίες του Σπάρτακου ακούγονται ακόμη στον τόπο που γεννήθηκαν. Με τη φτώχεια που άφησε πίσω του ο πόλεμος στη δυστυχισμένη Ελλάδα, όταν οι στεναχώριες της ζωής σκοτείνιαζαν τον ορίζοντά μας, φέρναμε στη μνήμη μας τις νοσταλγικές μελωδίες από τα δύο πιάνα της Κηφισιάς και ονειροπολούσαμε…».

Δείτε επίσης