Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για τα θύματα Ναζισμού και Σταλινισμού, ιδού μία συνέντευξη τού Βρετανού ιστορικού Αντονι Μπίβορ, στον οποίον, μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Στάλινγκραντ, απαγορεύτηκε από τις ρωσικές αρχές η έρευνα στα ρωσικά πολεμικά αρχεία.

«Το πρόβλημα είναι ότι η περίοδος των Ναζί κράτησε μόνον 10 χρόνια και οι Γερμανοί στάθηκαν ικανοί να αντιμετωπίσουν τη φρίκη του δικού τους καθεστώτος στα μεταπολεμικά χρόνια με το οικονομικό θαύμα κ.λπ. αλλά η κατάσταση στη Ρωσία είναι πολύ διαφορετική. Ο κομμουνισμός διήρκεσε πάνω από 75 χρόνια -τρεις γενιές- και είναι πολύ σκληρό για μια κοινωνία να αντιμετωπίσει τον πόνο εκατομμυρίων οικογενειών, για να μην αναφερθούμε στα εκατομμύρια εκείνων που πέθαναν στους πολιτικής έμπνευσης λιμούς, στα γκουλάγκ και τις εκτελέσεις από την NKVD. Ετσι, ως το ένα και μοναδικό σπουδαίο σημείο παρηγοριάς για τη ρωσική τιμή, η νίκη του 1945, έχει αναχθεί σε ιερή. Και η οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτού του επιτεύγματος -είτε πρόκειται για τα τυραννικά κομμουνιστικά καθεστώτα που επιβλήθηκαν σε άλλες χώρες το 1945 είτε για τους μαζικούς βιασμούς από Ρώσους στρατιώτες γυναικών στην Ουγγαρία, την Πολωνία και τη Γιουγκοσλαβία, όπως και τη Γερμανία- πρέπει να αποκρυβεί με κάθε κόστος».

Γιατί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεχίζει να έλκει την προσοχή μας μέσα από βιβλία, ταινίες, ομιλίες κ.ά., πάνω από 6 δεκαετίες μετά τη λήξη του;

«Ζούμε σήμερα σε ένα υγιές και ασφαλές περιβάλλον, συνεπώς εκείνοι που δεν μπορούν να φανταστούν πώς μπορεί να ήταν ο ολοκληρωτικός πόλεμος, λογικά ιντριγκάρονται από ιστορίες για τη συγκεκριμένη εποχή. Πολλοί αναρωτιούνται εάν θα επιβίωναν από όλα αυτά τα δεινά – τόσο φυσικά όσο και ψυχολογικά. Αναρωτιούνται επίσης κατά πόσον θα είχαν το κουράγιο να αρνηθούν να σκοτώσουν φυλακισμένους ή πολίτες. Το κλειδί της ερμηνείας αυτής της στάσης είναι ότι η βάση του ανθρώπινου δράματος είναι η ηθική επιλογή. Υπάρχουν μικρά περιθώρια για ηθική επιλογή σήμερα σε σύγκριση με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συνεπώς δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το ότι αυτός ασκεί τέτοια γοητεία, τόσο στην ιστορία όσο και στη φαντασία, στα φιλμ.

Εσείς δεν είστε πλέον ευπρόσδεκτος στη Ρωσία, εξαιτίας τού ότι δεν ενέκριναν κάποια γραπτά σας σχετικά με το ιστορικό παρελθόν της χώρας. Είναι εύκολη ή δύσκολη η προσπάθεια μιας τέτοιας έρευνας από τους ιστορικούς-συγγραφείς;

«Το άνοιγμα των κύριων σοβιετικών αρχείων το 1992 και το άνοιγμα των στρατιωτικών τους αρχείων το 1995 απεδείχθη μικρής ζωής. Ηδη το 2000 και το 2001 έγιναν κινήσεις από την FSB -την πρώην KGB- να ελέγξει την πρόσβαση των ξένων ιστορικών σε αυτά και, πριν ακόμη εκδοθεί το βιβλίο μου για το Βερολίνο, το αρχείο τού ρωσικού υπουργείου Αμυνας στο Ποντόλσκ ήταν κλειστό σε όλους, εκτός από τους “εγκεκριμένους” Ρώσους ιστορικούς. Ολα αυτά αποτέλεσαν μια προσπάθεια να σταματήσουν περαιτέρω αποκαλύψεις σχετικά με το σοβιετικό παρελθόν. Νωρίτερα την ίδια χρονιά, ο Σεργκέι Σοϊγκού, ο υπουργός για εξωτερικές υποθέσεις, ανακοίνωσε έναν νέο νόμο με τον οποίο ποινικοποιούνταν οποιαδήποτε κριτική του Κόκκινου Στρατού τού 1945, την οποία συνέκρινε με την άρνηση του Ολοκαυτώματος. Στο βιβλίο μου για την πτώση του Βερολίνου υπάρχουν αποδείξεις για μαζικούς βιασμούς από τον Κόκκινο Στρατό, οι περισσότερες από τις οποίες προέκυψαν από τα σοβιετικά αρχεία. Εν τέλει, κατηγορήθηκα για “ψέματα, συκοφαντία και βλασφημία”.

 

staningkrant-1

 

Δικαιολογείτε τις καταστροφές που προκάλεσαν οι σύμμαχοι στη Δρέσδη και στις υπόλοιπες πόλεις, ως ένα είδος εκδίκησης, αφότου πήραν το πάνω χέρι στην αναμέτρηση;

«Υπήρχε ένα στοιχείο εκδίκησης μετά τον βομβαρδισμό βρετανικών και άλλων πόλεων από τους Ναζί, αλλά αυτό περισσότερο ίσχυσε στην περίπτωση του Αμβούργου παρά της Δρέσδης. Ο συγκεκριμένος βομβαρδισμός ζητήθηκε από τον Κόκκινο Στρατό προκειμένου να εμποδίσει γερμανικές ομάδες από το δυτικό μέτωπο να μεταφερθούν στο ανατολικό. Το σημείο το οποίο πολλοί ιστορικοί τείνουν να προσπερνούν είναι ότι η εκστρατεία στρατηγικού βομβαρδισμού τής Γερμανίας ήταν η μόνη ευκαιρία της Βρετανίας να αντεπιτεθεί και να υποστηρίξει τον Κόκκινο Στρατό, τις μέρες απελπισίας του 1942. Την πλέον ακριβή ανάλυση του φαινομένου έκανε ο Ζέμπαλντ, ο οποίος περιέγραψε στο βιβλίο του «Η φυσική ιστορία της καταστροφής» (εκδ. Αγρα) πως από τη στιγμή που οι Βρετανοί είχαν επενδύσει τόσο πολλά χρήματα, προσπάθεια και ανθρώπινο δυναμικό για να “χτίσουν” τη βαριά βομβαρδιστική δύναμή τους, φάνταζε αδιανόητο να μην τη χρησιμοποιήσουν ώστε να τελειώσουν τον πόλεμο όσο πιο σύντομα γινόταν. Ακόμη κι έτσι, είναι αρκετά σκληρό να δικαιολογηθούν όλα όσα έγιναν».

Θέματα όπως το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ ή η σφαγή στο Κατίν, θεωρείτε ότι έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς από τους σημερινούς Ρώσους ηγέτες;

«Οι Ρώσοι ηγέτες αρνούνται την ίδια την ιστορία τους, και αυτό πιθανότατα θα συνεχιστεί. Ο Στάλιν δοξάζεται και πάλι από επίσημες πηγές ως σημαντικός ηγέτης και γίνεται κάθε προσπάθεια για να υπάρξει άρνηση των στοιχείων, ακόμη και αυτών που ήρθαν στο φως υπό τη διακυβέρνηση τής χώρας από τον Γκορμπατσόφ ακριβώς μετά την πτώση του κομμουνισμού, ότι οι σφαγές στο Κατίν διεξήχθησαν από την NKVD».

 

Βιβλία του Άντονι Μπίβορ στα ελληνικά:

1) «Στάλινγκραντ» (εκδ. Γκοβόστη): Ο «Γκάρντιαν» το χαρακτήρισε «ένα κλασικό επικό δράμα, όπως το «Πόλεμος και Ειρήνη»». Ο διάσημος ιστορικός Τζον Κίγκαν μίλησε για «την καλύτερη περιγραφή της μάχης που έχει γίνει μέχρι στιγμής και πιθανόν δύσκολα θα υπάρξει καλύτερη, τουλάχιστον στην εποχή μας». Ανθρώπινη μαρτυρία, ιστορικό έπος, μυθιστόρημα, «κατηγορώ» κατά των ολοκληρωτικών καθεστώτων, το «Στάλινγκραντ» του Μπίβορ τα έχει όλα.

2) «Βερολίνο – Η πτώση 1945» (εκδ. Γκοβόστη): Ο Βρετανός ιστορικός, χρησιμοποιώντας καινούριο υλικό από τα πρώην σοβιετικά αρχεία, καθώς και από τα αμερικανικά, βρετανικά, γαλλικά και σουηδικά, αναπαριστά τις εμπειρίες όλων εκείνων που εγκλωβίστηκαν στον εφιάλτη της τελικής πτώσης του Τρίτου Ράιχ. Μια ιστορία φανατισμού, εκδίκησης, αγριότητας, αλλά και υπομονής, αυτοθυσίας και επιβίωσης, εν μέσω ενός ηθικού χάους που προέκυψε κυρίως από την αδιαλλαξία των δύο ηγετών.

3) «Κρήτη – Η μάχη και η Αντίσταση» (εκδ. Γκοβόστη): «Εχουν γραφτεί άριστα βιβλία για τη μάχη της Κρήτης, αλλά κανένα δεν θεωρώ τόσο ζωντανό, ξεκάθαρο και συναρπαστικό όσο αυτό τού Αντονι Μπίβορ. Το αισθητήριό του, η διορατικότητα και ο τρόπος που μας “συστήνει” τους ήρωες κάνουν αυτά τα γεγονότα να μοιάζουν τόσο ζωντανά λες και έγιναν την προηγούμενη βδομάδα» (από τον πρόλογο του Πάτρικ Λι Φέρμορ).

4) «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος» (εκδ. Γκοβόστη): Ενας εμφύλιος που συνεχίζει να προκαλεί πλήθος αντιπαραθέσεων ακόμη και σήμερα. Ο Μπίβορ, με την έρευνά του, επιχειρεί να διαφωτίσει τις εσωτερικές συγκρούσεις στους κόλπους των δύο αντίπαλων στρατοπέδων, σε αυτό το αιματηρό «προοίμιο» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

5) «Ενας συγγραφέας στον πόλεμο» (εκδ. Γκοβόστη): Ειδικός ανταποκριτής της εφημερίδας του Κόκκινου Στρατού, ο Βασίλι Γκρόσμαν κατέγραψε ως συγγραφέας τις πιο ανελέητες συγκρούσεις που διεξήχθησαν ποτέ στην Ιστορία. Είδε μεγάλες νίκες, φοβερές ήττες, απεγνωσμένες υποχωρήσεις, αμείλικτες οδομαχίες. Η ανταπόκρισή του «Η Κόλαση της Τρεμπλίνκα» χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό στοιχείο στη δίκη της Νυρεμβέργης. Το βιβλίο τού Μπίβορ βασίζεται στα σημειωματάρια του Γκρόσμαν, στα οποία συγκέντρωνε το ακατέργαστο υλικό του.

6) «Το μυστήριο της Ολγας Τσέχοβα» (εκδ. Γκοβόστη): Ανιψιά του Αντον Τσέχοφ, η Ολγα Τσέχοβα περιβλήθηκε στη διάρκεια της ζωής της από πολλές συναρπαστικές φήμες. Εγκατέλειψε τη Ρωσία και πήγε στη Γερμανία, όπου έγινε πρωταγωνίστρια του κινηματογράφου και, ως αγαπημένη ηθοποιός του Χίτλερ, τιμήθηκε από τους Ναζί. Παράλληλα εργαζόταν για τη Σοβιετική Αντικατασκοπία. Το βιβλίο αποτελεί το χρονικό της επιβίωσης μιας νέας και όμορφης γυναίκας σε μια ταραγμένη εποχή.

Δείτε επίσης