Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Το καινούριο τεύχος της Οδού Πανός του Γιώργου Χρονά είναι περιλαμβάνει ένα ογκώδες αφιέρωμα στον Μένη Κουμανταρέα, ο οποίος έφυγε από τη ζωή, πριν από περίπου 2 χρόνια, με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε, δολοφονημένος από λαθρομετανάστη. Το οξύμωρο είναι ότι ο ίδιος κρατούσε απέναντί τους στάση φιλική και οικεία, βοηθώντας τους πολλές φορές οικονομικά. Αλλά στη ζωή ποτέ δεν ξέρεις…

Σταχυολογούμε από το -πραγματικά εντυπωσιακό- αφιέρωμα: ο Μένης Κουμανταρέας ήταν ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή. Τα έργα του πολλά, παρότι η αναγνώριση ήρθε περίπου στα 40του χρόνια ενώ παράλληλα εργαζόταν σε ναυτιλιακή και ασφαλιστική εταιρεία. Πολυβραβευμένος, εργατικός, εσωστρεφής. Είχε “βαριά σκιά”, η παρουσία του “γέμιζε” έναν χώρο παρά την ντελικάτη φιγούρα του. Δεν κοιτούσε ποτέ κάτω, πάντοτε στα μάτια. Σα να μην είχε τίποτε να κρύψει.

 

 

Ο πολύχρονος γάμος του με τη Λιλή και η αποδημία -λόγω αρρώστιας- εκείνης, μάλλον ήταν το μείζον γεγονός της προσωπικής ζωής του. Διαδικασία που την αντιμετώπισε όπως και όλα τα υπόλοιπα, στωϊκά, με αξιοπρέπεια και ήθος.

Αλλωστε το ήθος του αστού ήταν εκείνο που τον χαρακτήριζε. Με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς καμία ενοχή είχε δηλώσει κάποια στιγμή ότι «Κατοχή εγώ δεν γνώρισα όπως η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Βρισκόμασταν σε μια οικονομική και κοινωνική κατάσταση που δεν μας επέτρεψε να αισθανθούμε καμία έλλειψη ή έντονη δυσκολία επιβίωσης». 

Το βιβλίο “Βιοτεχνία υαλικών” είναι εκείνο που, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, τον έκανε να πατήσει γερά στα πόδια του και να αισθανθεί πραγματικός συγγραφέας. “Τα μηχανάκια” ήταν η πρώτη συλλογή διηγημάτων που εξέδωσε ενώ η «Φανέλα με το 9″», έγινε περισσότερο γνωστή από τη μεταφορά της στον κινηματογράφο με τον Στράτο Τζώρτζογλου στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

 

Έμενε στην οδό Ζακύνθου και η παλιά Κυψέλη ήταν ο βασικός χώρος κίνησής του. Δεν έβλεπε με κακό μάτι την πολυπολιτισμικότητα, θεωρώντας την αναπόφευκτη και ικανή, αν το κράτος κινούνταν συντεταγμένα (…), να δώσει μια άλλη πνοή στην Ελλάδα. Βεβαίως το “συντεταγμένα” και “Ελλάδα” σπανίως, ως έννοιες, συναντώνται…

Η Φωκίωνος Νέγρη, με την αλλοτινή αίγλη της, αποτελούσε τον χώρο φιλοξενίας αυτού και των ανθρώπων που τον περιτριγύριζαν. Η παρουσία νέων και μεγαλύτερων γυναικών τον αναζωογονούσε, τον φλέρταραν και τις φλέρταρε. Πάντοτε προσεκτικός στα λόγια, τις κινήσεις, τη συμπεριφορά του.

Πολλοί άνθρωποι που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν για την ευγένεια, την καλωσύνη και την καλλιέργειά του καταθέτουν στο αφιέρωμα τής Οδού Πανός τις μαρτυρίες τους. Πλούσιο και το φωτογραφικό υλικό, παρότι ο Κουμανταρέας δεν ήταν και πολύ “του φακού”. Μια ιδιαίτερη φωτογραφία, με τον Γιώργο Χρονά, στα εγκαίνια του βιλιοπωλείου τής Διδότου, καθώς και πολλές άλλες.

Και στα χείλη όλων, μικρότερων και μεγαλύτερων, συνοδοιπόρων, φίλων και θαυμαστών, ένα τεράστιο “γιατί;”. Γιατί να φύγει έτσι; Αλλά αυτό είναι ένα απλό ερώτημα όταν αγασπάς κάποιον. Το σημαντικό είναι η “κληρονομιά του”, τι άφησε πίσω του. Και ο Μένης Κουμανταρέας άφησε πίσω του, πέρα από τα πολυδιαβασμένα έργα του, ένα αστικό ήθος που τόσο έχουμε ανάγκη στους μπερδεμένους καιρούς μας – όσο κι αν αυτοί μοιραία, με την πάροδο του χρόνου, έχουν αλλάξει…

Δείτε επίσης