Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Ο Σουρούνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Περιοχή φτωχή τότε, με ιδιαίτερα έντονο λαϊκό χρώμα, να πώς περιγράφεται από τον ίδιο μέσα από τα βιβλία του και, κυρίως, το αυτοβιογραφικό, «Το μονοπάτι στη θάλασσα» ( εκδ.Καστανιώτη ):

-Γεννήθηκα στην οδό Μουσών, σε ένα σπίτι χωρίς κανένα βιβλίο. Ολα τα παιδιά στο δρόμο μας, σε τέτοια σπίτια γεννηθήκαμε. Από πάνω μας ήταν το Γεντί Κουλέ, παραδίπλα τα Γύφτικα, πιο πέρα το Τσινάρι. Ήμασταν περικυκλωμένοι από άγριες γειτονιές και συχνά είχαμε πετροπόλεμο.

-Τα σπίτια μας ήταν μικρά, τα μαγαζιά ήταν μικρά, η οδός Μουσών ήταν στενή, το κρεβάτι μου ήταν στενό, οι εκκλησίες ήταν μικρές, οι φίλοι μου ήταν μικροί.

-Ο κόσμος ήταν κι αυτός μικρός κι έπιανε από το δάσος του Σεϊχ Σου μέχρι τη θάλασσα του Λευκού Πύργου.

-Στο σημείο που πλάταινε ο δρόμος, ανάμεσα στον Αγιο Ταξιάρχη και στο σπίτι μας, μερικοί έκαναν τον σταυρό τους. Ετσι ξέραμε ποιός ήταν θρήσκος και ποιός όχι.

-Πιο κάτω από το σπίτι μας βρίσκονταν δυο μικροί παραπόταμοι τής Μουσών, η οδός Καλλιόπης και η Αιόλου. Η πρώτη ήταν σα μην υπήρχε, επειδή δεν υπήρχαν παιδιά εκεί, και η δεύτερη δεν μας ενδιέφερε, επειδή σ’αυτή έμεναν καλοί μαθητές. Ούτε μπάλα παίζανε ούτε πόλεμο κάνανε…

 

genti_koyle

 

-Ο χωροφύλακας της γειτονιάς δούλευε στις φυλακές του Γεντί Κουλέ και τον βλέπαμε κάθε πρωί ν’ ανεβαίνει και κάθε απόγευμα να κατεβαίνει. Παρόλο που ήταν χωροφύλακας, οι πιο πολλοί τον χώνευαν, γιατί ήταν ο μόνος μπασκίνας που έλεγε «καλημέρα-καλησπέρα». Τέσσερις χωροφύλακες έμεναν στον δρόμο μας, λες κι ήμασταν κι εμείς κλεισμένοι στο Γεντί Κουλέ και φυλούσαν τις τέσσερις γωνιές της γειτονιάς μας για να μην το σκάσουμε…

-Πουθενά δεν υπήρχε βρύση, ούτε μέσα στο σπίτι ούτε έξω στην αυλή. Και όχι μόνο στα σπίτια των Μουσών αλλά και σε όλα τα σπίτια από το Κουλέ Καφέ μέχρι το Γεντί Κουλέ κι από το Τσινάρι μέχρι τις Σαράντα Εκκλησιές. Είχα περπατήσει όλους τους δρόμους, πότε για βόλτα, πότε για μπάλα, πότε για πετροπόλεμο και τους γνώριζα απ’έξω κι ανακατωτά. Και τις βρύσες στους δρόμους γνώριζα απ’έξω κι ανακατωτά, επειδή ό,τι και να κάναμε κάποτε σταματούσαμε να πλυθούμε και να ξεδιψάσουμε.

-Όλοι οι μεγάλοι θέλανε να δουλέψουν στη ΜΕΛΚΑ και όλοι θέλανε να ψωνίζουν από κει. Ήταν το πιο μεγάλο μαγαζί σε έναν μεγάλο δρόμο που τελείωνε στη θάλασσα, γεμάτο με μικρά μαγαζιά το ένα πλάι στ’άλλο. Και όλα πουλούσαν ρούχα, παπούτσια, τσάντες, μπιχλιμπίδια, ό,τι ήθελες για παιδιά, άντρες, γυναίκες, εργάτες και μαθητές. Όμως η ΜΕΛΚΑ τα πουλούσε όλα αυτά, για όλους αυτούς μαζί.

 

gedi-koule

 

-Εκείνοι που δεν χώνευα και φοβόμουν ήταν οι εισπράκτορες στα λεωφορεία που περνούσαν από το Κουλέ Καφέ για να πάνε στο Γεντί Κουλέ. Δε μας άφηναν ούτε να σαλτάρουμε στις πόρτες, ούτε να πιαστούμε από τον προφυλακτήρα και να τρέχουμε πίσω του. Εβγαιναν κρυφά από τα παράθυρα και μας χτυπούσαν με ξύλα στα χέρια, στο κεφάλι, στην πλάτη, όπου έβρισκαν. Γελούσαν κιόλας.

-Το μαγαζί του νονού μου βρισκόταν στον τρίτο δρόμο από την παραλία και στον δεύτερο από την Τσιμισκή, κι αυτό έκανε όλους στη Μουσών να τον σέβονται και να τον καμαρώνουν.

-Μια μέρα είδα να ανεβαίνει τη Μουσών ο Πλούτος, ένα κωλόπαιδο από τον πιο κάτω δρόμο, την Κασσάνδρου, που επειδή όλη μέρα τριγύριζε στο γήπεδο του ΠΑΟΚ κι επειδή τού είχαν δώσει και στολή από κει, νόμιζε πως κάτι είναι.

-Μια άλλη μέρα που δεν ανοίξαμε τον πάγκο, είπα στον Νεκτά να τον κεράσω σινεμά. Εβαλε το πανέρι του στην αποθήκη, εκεί που τα βάζανε όλοι οι αβγουλάδες όταν κλείνανε και πήγαμε στο «Αττικόν», στο Βαρδάρι. Οπως κάθε φορά, ήταν πάλι γεμάτο και με καθιστούς και με όρθιους. Σταθήκαμε όρθιοι, ο Νεκτά πίσω μου. Επαιζε ένα καουμπόικο και μετά θα’παιζε ένα αστυνομικό.

Δείτε επίσης