Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Υπήρξε κάποτε ένας αναμφίβολα εξαιρετικά ταλαντούχος καλλιτέχνης: ευρηματικός, πρωτότυπος, καινοτόμος. Αλλά, απ’ότι φαίνεται, έχει δίκιο εκείνος που είπε ( και μου διαφεύγει τώρα το όνομά του ) ότι τελικά στη ζωή “character is destiny”. Δηλαδή ο χαρακτήρας μας είναι η μοίρα μας. Εκείνα τα στοιχεία που κουβαλά ο καθένας μας μέσα του είναι κι εκείνα που χαράσσουν τον δρόμο του στη ζωή. Και ο Λάκης Λαζόπουλος, όπως δείχνουν τα πράγματα, είχε πολλά κενά μέσα του για να καλύψει…

Για τον Λαζόπουλο-καλλιτέχνη ο χρόνος σταμάτησε στους 10 μικρούς Μήτσους. Μια απολύτως δική του σύλληψη και εκτέλεση που κρατούσε καρφωμένη σχεδόν όλη την Ελλάδα στις οθόνες της. Να γελά και να διασκεδάζει με την ευφυέστατη σάτιρα του δημιουργού της.

Αλλά η δόξα έφερε και τη ματαιοδοξία. Ανέδειξε ό,τι πιο ταπεινό είχε ο άνθρωπος μέσα του. Οι παρέες του άλλαξαν. Κυβερνούσε το κράτος μαζί με Λιάνη-Λιάνα και κανά δυό μάγους και χαρτορίχτρες, την περίοδο κατάρρευσης -και ταυτόχρονου εξευτελισμού- του Ανδρέα.

Εγινε φίλος ισχυρών επιχειρηματιών, “ο άνθρωπός τους”, ο συμβουλάτοράς τους, ο κονσιλιέρι τους. Αντικείμενο; Πώς, μέσω της λαϊκής κουλτούρας, να χειραγωγείς το πόπολο. Πώς, μέσα από κουτοπόνηρα αστεία, σχεδόν εφηβικά ανέκδοτα, να “πηγαίνεις” τον λαό εκεί που θέλεις ( εσύ και οι πλούσιοι και δυνατοί εργοδότες – φίλοι σου ).

Πάντοτε προστατευμένος, πάντοτε καλυμμένος. Σε γη και θάλασσα. Σε σπίτια και σε κότερα. Σε μυθοπλασία και πραγματικότητα.

Η ζωή του, ένα διαρκές reality. Καυγάδες με τον έτερο διασκεδαστή τής πλατιάς λαϊκής μάζας, τον Κούγια. Καυγάδες και δημόσιοι τσαμπουκάδες. Ξεκατινιάσματα, κουτσομπολιά και φτήνιες. Ο καλλιτέχνης είχε χάσει την έμπνευσή του. Ο παράγοντας μέσα του θριάμβευε.

Και ως παράγοντας, πρέπει να παράγεις. Για τον όποιον πλειοδότη. Όπως και εγένετο. Μέσα από μια μάλλον χαμερπή αισθητική που αποθέωνε την ελληνική γυφτιά και πονηρία, δηλαδή ό,τι κράτησε και κρατά πίσω αυτή την χώρα, ο παράγοντας “κεντούσε”. Και προχωρούσε. Και πλούτιζε. Και -συνεχώς- αυτοξευτελιζόταν.

Πού είσαι νιότη που έδειχνες πως θα γινόταν άλλος; Αλλος από τον λαϊκιστή, προπαγανδιστή χειρίστου είδους μιας ψευδοαριστερής, βολικής για πολλούς, αντίληψης. Πάντοτε με την ετικέτα του σύγχρονου Αριστοφάνη.

Αλλά ο αυθεντικός σατιρικός καλλιτέχνης, πονηρέ Λαρισινέ, δεν τα βάζει και δεν χλευάζει τον αδύναμο ή τον εύκολο στόχο. Τα βάζει και χλευάζει τον πραγματικά ισχυρό. Εκείνον που έχει δύναμη. Εκείνον απέναντι στον οποίον εσύ έκανες δηλωτικές υποταγής γονυκλισίες.

«Και γιατί ο δικός σου, ο Τσίπρας, μού το’κανε αυτό;» φέρεται να τον ρώτησε, πάνω κάτω, ο ιδιοκτήτης του καναλιού του. Ο πλειοδότης της λαϊκίστικης πραμάτειας του, όταν δεν πήρε εκείνο που ήθελε. Και ο παράγοντας βρέθηκε “αδειασμένος”, δεν ήξερε τι να απαντήσει.

Τώρα, φήμες θέλουν τον γύφτο να παίρνει το τσαντήρι του και να πηγαίνει στην ΕΡΤ. Ώστε ο λαός που τον ανέβασε στον Ολυμπο τής δημοτικότητας, τώρα ( και ) να τον πληρώνει.

Η νιότη που άλλα έδειχνε για ένα ταλαντούχο και ίσως ευαίσθητο αγόρι από τη Λάρισα φαντάζει πλέον πολύ μακρινή. Ομιχλώδης, θολή, κρυμμένη πίσω από βουνά υψηλών αμοιβών και λιγδιασμένη από ‘ανίερες’ επαφές και συμμαχίες.

Λάκη, δεν είναι κρίμα;

Δείτε επίσης