της: Αφροδίτης Καλομάρη

Την περασμένη Παρασκευή, εμείς οι «γαστρονομικοί δημοσιογράφοι» μουδιάσαμε στην είδηση της αυτοκτονίας του αξιόλογου σεφ και παρουσιαστή της πολύ δημοφιλούς τηλεοπτικής εκπομπής «No reservations», Άντονι Μπουρντέν.

Ναι, ήταν μία είδηση που τουλάχιστον στο δικό μου κόσμο, έπεσε σαν κεραμίδα. Θα μου πείτε συγγενής σου ήταν ο Μπουρντέν ή κολλητός σου; Τίποτα από τα δύο σας διαβεβαιώνω. Και όχι, δεν τον είχα γνωρίσει από κοντά στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής μου ιδιότητας.  Και ούτε έχω κάποιο βιβλίο του στην βιβλιοθήκη μου.

Η «γνωριμία» μου με τον Μπουρντέν έγινε ένα βροχερό μεσημέρι όταν κάνοντας ζάπινγκ για να σκοτώσω την πλήξη μου, έπεσα στην προβολή της εκπομπής του. Είχε επισκεφθεί το αγαπημένο του Βιετνάμ. Από τα πρώτα λεπτά αυτόν τον άνθρωπο τον ξεχώρισα, τον γούσταρα, τον ζήλεψα.

 

 

Και αυτό επειδή εκείνη την εποχή εργαζόμουν ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό «Λιχουδιές» με τον Ηλία Μαμαλάκη και τον αδερφό του Αντώνη. Ο Ηλίας είχε ήδη σταματήσει τα γυρίσματα  περίπου μία τριετία, όμως το Mega συνέχισε να προβάλει σε επαναλήψεις τις εκπομπές του και μάλιστα με πολύ υψηλή ακροαματικότητα.  Πριν συνεργαστώ μαζί του και ασχοληθώ πιο διεξοδικά με την ταξιδιωτική γαστρονομία που λάτρευα (μέχρι τότε διεθνή έγραφα και ενίοτε καλλιτεχνικά) είχα όνειρο και πραγματική επιθυμία να τον γνωρίσω και να του πω πρόσωπο με πρόσωπο ότι «Κυρ Ηλία μου, είσαι η αιτία που θέλω να αλλάξω επαγγελματικό αντικείμενο!». Τελικά το σύμπαν το θέλησε και το έκανα…

Για μένα η γαστρονομία δεν ήταν και δεν είναι να πηγαίνεις σε εστιατόρια και να το παίζεις ειδικός επί παντώς επιστητού. Ούτε να σχολιάζεις αν ένας σεφ είναι καλός ή όχι. Για μένα ήταν και είναι η γνωριμία με τους τόπους, τους παραγωγούς, τους καθημερινούς ανθρώπους που σου ανοίγουν το σπίτι τους για να μοιραστούν στιγμές, ένα πιάτο που το έφτιαξαν με αγάπη και μεράκι και που σου το προσφέρουν αγωνιώντας – λες και το δοκιμάζει ο Θεός – αν σου άρεσε…

Κάπου εκεί έρχεται και ο Μπουρντέν. Μόλις τελείωσε η εκπομπή, άνοιξα αμέσως υπολογιστή και ξεκίνησα να ψάχνω βίντεο, βιογραφικά και όλα όσα τέλος πάντων αφορούσαν αυτόν τον περίεργο τύπο. Και όσο έβλεπα, τόσο πιο πολύ τον γούσταρα. «Είναι πολύ χύμα. Και του “σαλονιού” και του “αλωνιού”», σκεφτόμουν.

 

 

Την επόμενη ημέρα, μπήκα σα σίφουνας στο γραφείο του Αντώνη Μαμαλάκη και πριν καλά καλά πω καλημέρα, του ψέλλισα με νόημα «Αυτός ο Μπουρντέν καταπληκτικός, τον ξέρεις;». Ο Αντώνης χαμογέλασε. «Και βέβαια», μου απήντησε.

Αισθάνθηκα λίγο σα βλαμμένο – τύπου σιγά την ανακάλυψη – ,  ωστόσο, ο ψαρομάλλης σεφ είχε αρχίσει να με επηρεάζει στον τρόπο που έβλεπα το φαγητό, στον τρόπο που έγραφα, στον τρόπο που θα έστηνα μια τέτοιου είδους εκπομπή .

Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο από τότε. Από την μία είχα τον μέντορα Ηλία και από την άλλη τον «Αντωνάκη τον Μπουρντέν», όπως τον χαρακτήριζα σε φίλους και συναδέλφους. Τον είχα κάποιο τρόπο ελληνοποιήσει, αφού σε πολλές των περιπτώσεων συμπεριφέρονταν σαν γνήσιος «Ελληνάρας»!

Έγινα δηλαδή φανατική «Μπουρντενίτσα». Όχι επειδή ήταν – εκτός όλων των άλλων – και ένας γοητευτικός άνδρας, αλλά επειδή λάτρεψα το ατόφιο που έβγαζε στο γυαλί. Δεν με ενδιάφερε ούτε ότι ήταν αλκοολικός, ούτε ότι ήταν χρήστης ουσιών, ούτε τα τατουάζ που είχε στο σώμα του. Με ενδιέφερε ότι μπορούσε να δοκιμάσει τα πάντα, με τους πάντες, χωρίς διάκριση. Να εκφράσει ανοικτά την γνώμη του, ακόμη και όταν ο τοπικός εκλεκτός μεζές ήταν μία σκέτη αηδία. Ακόμη και όταν κάθονταν στο ίδιο τραπέζι με τον ψαρά από τις Φιλιππίνες τρώγοντας καβούρια με τα χέρια ή με τον Μπάρακ Ομπάμα σε μπεργκεράδικο.

 

 

Και όταν ήρθε επιτέλους στην Ελλάδα ήθελα η χώρα μου να γίνει η εμμονή του.

Να γευτεί ό,τι πιο νόστιμο. Ό,τι πιο σπάνιο. Στην Νάξο, στην Κρήτη, στην Ζάκυνθο. Να αγοράσει σπίτι και να έρχεται τα καλοκαίρια να τρώει τα ψαράκια του. Την ξεχώριζε την Ελλάδα, αλλά σπίτι εν τέλει, δεν πήρε. Αγαπημένος τόπος του ήταν η Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ, στο οποίο μάλιστα αγόρασε μία παραθαλάσσια κατοικία κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του εκεί. Πάντα παρορμητικός. Η αγοροπωλησία δε, έγινε παρουσία της κάμερας και συμπεριλήφθη στο επεισόδιο κανονικά.

Ο Μπουρντέν δεν ήταν ένα τηλεοπτικό πρόσωπο μη μου άπτου. Ήταν ένας εκλεπτυσμένος αλήτης, που τσαλακώνονταν είτε έγραφε η κάμερα είτε όχι. Που ανέβαινε σε άθλια μηχανάκια στην Κίνα και στην Ινδία για να πάει στο Χ μαγαζάκι των δύο τετραγωνικών ή στην Ψ υπαίθρια καντίνα αμφιβόλου ποιότητας και υγιεινής στη μέση του πουθενά. Και τότε ούτε τοπ σεφ ήταν, ούτε τίποτα.

Ήταν εκείνος που παραδέχτηκε από την πρώτη στιγμή και με απόλυτη ειλικρίνεια τις καταχρήσεις του και δεν ντράπηκε να πει δημοσίως «Είμαι μα…κας!».  Που πάλευε με τους δαίμονές του, αλλά όχι στα ίσια όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων.

 

 

Είχε λέει κατάθλιψη. Μα είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που γυρνούσε όλον κόσμο, που έκανε αυτό που του άρεσε, που είχε φανατικούς θαυμαστές, που δεν αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα, με μια κόρη που τον λάτρευε, να έχει κατάθλιψη;

Και όμως. Κάτι σκοτεινό έτρωγε τα σωθικά του. Ίσως αυτή η ίδια του η ασθένεια να τον έκανε τόσο ανεπιτήδευτο. Το εφήμερο. Γιατί κάπου μέσα του ήξερε ότι το τέλος του θα είναι κοντινό. Προσπάθησε να χορτάσει εικόνες και γεύσεις. Όσες περισσότερες μπορούσε.

Το «φαινόμενο Μπουρντέν», αφήνει πίσω του πολλούς επηρεασμένους δημοσιογράφους του σιναφιού μου παγκοσμίως. Είτε κάποιοι από εμάς θέλουμε να το παραδεχτούμε ανοικτά – όπως κάνω εγώ – είτε όχι.

Ενδεχομένως να υπάρχουν εκεί έξω και άλλοι «Μπουρντέν» ή και καλύτεροι από εκείνον. Το θέμα όμως κρύβεται στην… επίγευση. Στην χημεία. Σου ταιριάζει, δε σου ταιριάζει. Και εμένα μου ταίριαξε.

Σαν την πικρή σοκολάτα από το Περού που όταν τη βάζεις στο στόμα σου νιώθεις την έκρηξη από τα ντελικάτα αρώματα, μα όταν λιώσει σου μένει η πίκρα…

 

 

 

 

Δείτε επίσης