Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

του Διονύση Π. Σιμόπουλου: Επίτμου Διευθυντή Ευγενιδείου Πλανηταρίου
Από τους πανάρχαιους προγόνους μας η άφιξη της Άνοιξης καλωσορίζονταν πάντα με μεγάλη χαρά και αγαλλίαση και παρόλο που περιλαμβάνει και μερικές ημέρες από τον ευμετάβλητο Μάρτη (τον «Πεντάγνωμο» όπως τον αποκαλεί ο λαός μας), προπέμπει αμέσως μετά την είσοδο του ανθοφόρου Απριλομάη: «του Απρίλη με τα λούλουδα, του Μάη με τα ρόδα». Γι’ αυτό η Άνοιξη υμνήθηκε ανέκαθεν από όλους τους λαούς, και η περιγραφή της, πολυδιάστατη, έγινε θέμα ποιημάτων, δραμάτων, ζωγραφικών πινάκων, μουσικών συμφωνιών. Ο αείμνηστος καθηγητής του Πολυτεχνείου Ανδρέας Σώκος έγραφε τα εξής:

 

 

«Ο ορισμός του έαρος πρέπει να δοθεί σε μια εικόνα ποικίλων χρωμάτων, κινήσεων και ακροαμάτων και με άλλες εικόνες που δίνονται επίσης από τη σύλληψη του ανθρώπινου στοχασμού, της φαντασίας και καλλιτεχνίας, με στίχους με χρωστήρα ή με το δοξάρι. Και δεν μπορεί κανείς μας να αρνηθεί πως ακολουθώντας τον Κριό που τίθεται επικεφαλής του γήινου ποιμνίου δεν θα φτάσει ασφαλώς στον τόπο, όπου ο ορισμός του Έαρος θα δοθεί από την ίδια την φύση, ως Άνοιξη, με την εκδήλωση κάθε είδους γονιμότητας. Θα δει τον κάμπο σαν ολοπράσινο ταπέτο, με ποικίλα χρώματα μερικών αγριολούλουδων και τα δέντρα, ανάλογα του είδους και της εποχής, άλλα να αρχίζουν να φουντώνουν κι άλλα ανθοστολισμένα. Θα δει τα ζώα, τα ψάρια, τα πουλιά, δηλαδή το κάθε τι που ζει στη στεριά, στη θάλασσα και στον αέρα και δέχεται τη ζείδωρο δύναμη σε φως και θερμότητα του ζωογόνου άστρου, να εκτελεί ότι το ένστικτό του για τη διαιώνιση του είδους, το παρακινεί».

 

 

Η άφιξη της Άνοιξης σήμαινε το τέλος του «καιρού του θανάτου» όπως αποκαλούσαν το χειμώνα στα παλιά τα χρόνια. Τον καιρό εκείνο δεν υπήρχαν οι σημερινές ευκολίες, οι κεντρικές θερμάνσεις και τα καλοριφέρ. Δεν υπήρχαν σούπερ μάρκετ και καταστήματα τροφίμων, δεν υπήρχαν τηλέφωνα, γιατροί και νοσοκομεία. Τα παλιά εκείνα χρόνια, εάν οι άνθρωποι δεν είχαν μπορέσει κάπως πως να αποθηκεύσουν μεγάλες ποσότητες τροφίμων κατά τη διάρκεια της συγκομιδής και της κυνηγετικής εποχής, αρρώσταιναν και πέθαιναν από πείνα. Απλά μόνο βότανα χρησίμευαν για φάρμακα διαφόρων ασθενειών. Γι’ αυτό δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι άνθρωποι της εποχής εκείνης πρόσμεναν με λαχτάρα και μεγάλες ελπίδες και ανυπομονησία τον ερχομό της Άνοιξης και του τέλους των δοκιμασιών τους. Γιατί έφτανε με την Άνοιξη ο καιρός που δεν θα ήσαν αναγκασμένοι να μαζεύονται ομαδικά γύρω από μια μικρή τρεμοσβήνουσα φωτιά, μοιράζοντας με προσοχή τις πενιχρές ποσότητες των καυσόξυλων που είχαν ώστε να κρατήσουν περισσότερο καιρό.

 

 

Έβλεπαν στον ερχομό της Άνοιξης το τέλος των στερήσεών τους, του κρύου, του θανάτου. Γιατί την Άνοιξη τα χιόνια έλιωναν και χάνονταν, τα χόρτα και τα αγριολούλουδα των λιβαδιών ξαναφούντωναν, ο καιρός ημέρευε και γινόταν θερμότερος, και τα μπουμπούκια ξαναπαρουσιάζονταν στα δέντρα. Έβλεπαν τη ζωή να ξαναγυρίζει στη Γη. Χαιρόντουσαν χαρά μεγάλη, και πρόσφεραν τις ευχαριστίες στους ειδωλολατρικούς τους θεούς, γιατί ξαναγύριζε η Άνοιξη και με την άφιξή της γνώριζαν ότι οι μέρες θα μεγάλωναν, ο καιρός θα γλύκαινε, και η τροφή θα ξαναθέριευε. Καλύτερες μέρες θα έρχονταν πάλι. Πως λοιπόν να παραξενευτεί κανείς που στα παλιά τα χρόνια γιόρταζαν την πρώτη ημέρα της Άνοιξης, την εαρινή ισημερία, σαν πρωτοχρονιά; Σαν αρχή ενός καινούργιου χρόνου, σαν εποχή της αναγέννησης της φύσης. Ήταν πραγματικά ο θάνατος του χειμώνα και η γέννηση της Άνοιξης.

 

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο που η ανάσταση του Χριστού συνέπεσε με την αναζωογόνηση της νέας ζωής που αντικατοπτρίζεται στην εποχή της Άνοιξης. Είναι εύκολο λοιπόν να αντιληφθούμε γιατί τα σύμβολα της Άνοιξης, όπως η ανατολή του Ήλιου, τα λουλούδια, τα νεογέννητα αρνάκια και τα κόκκινα αυγά είναι τόσο χαρακτηριστικά στην πασχαλιάτικη περίοδο. Γι’ αυτό άλλωστε και το Πάσχα ήταν ανέκαθεν μια προσφιλής περίοδος για βαπτίσεις, αφού η βάπτιση αντιπροσωπεύει μια νέα πνευματική ζωή. Όσοι βαπτίζονταν φορούσαν πάντοτε λευκές ενδυμασίες για το μυστήριο κι έτσι το λευκό χρώμα συνδέθηκε πολύ στενά με το Πάσχα. Κατά τους πρώτους, όμως, τρεις αιώνες της Χριστιανοσύνης οι διάφορες εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες. Άλλες μεν κατά το παράδειγμα των αποστόλων Ιωάννη και Παύλου, κατά την ημέρα του θανάτου του Χριστού την 14η του Εβραϊκού μηνός Νισάν, μία δηλαδή ημέρα πριν από την γιορτή του Εβραϊκού Πάσχα και σε οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας και αν συνέπιπτε, άλλες δε πάντοτε κατά την Κυριακή που έπονταν της πρώτης εαρινής πανσελήνου.

 

 

Λόγω των διαφορών αυτών στον εορτασμό του Πάσχα από τις διάφορες εκκλησίες η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, που συνεκλήθη στη Νίκαια της Βυθυνίας από το Μέγα Κωνσταντίνο το 325 μ. Χ., θέσπισε τα του προσδιορισμού της εορτής του Πάσχα με μία εγκύκλιο επιστολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου όπου εκτίθεται ο γνωστός από τότε ως «Όρος της Νικαίας». Σύμφωνα μ’ αυτόν: «Το Πάσχα θα πρέπει να εορτάζεται την Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της Άνοιξης, και αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή τότε να εορτάζεται την επομένη Κυριακή (για να μην συμπέσει με τον εορτασμό του Εβραϊκού Πάσχα).» Ο εορτασμός του Πάσχα λοιπόν συνδέθηκε άμεσα με την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της Άνοιξης.

 

 

Όπως άλλωστε αναφέρει και στη διδακτορική του διατριβή ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος «… αξιοσημείωτον τυγχάνει το γεγονός ότι η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, θελήσασα να ορίση την ημέραν εορτασμού του Πάσχα, δεν ώρισε μήνας και ημέρας του Ιουλιανού Ημερολογίου, αλλ’ έθετο ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού την εαρινήν ισημερίαν, δηλ. ώρισε τα κατά τον εορτασμόν ουχί ημερομηνιακώς, αλλ’ αστρονομικώς, και τούτο διότι το κανονικώς ενδιαφέρον δεν είναι η ημερομηνία, αλλ’ η ισημερία.»
Το όλο θέμα δηλαδή είναι πλέον, με βάση τον όρο της Νικαίας, ένα καθαρά αστρονομικό-μαθηματικό πρόβλημα, γι’ αυτό και η Α’ Οικουμενική Σύνοδος λόγω της ακμής της αστρονομίας και των μαθηματικών στην Αλεξάνδρεια, ανέθεσε στον εκάστοτε Πατριάρχη Αλεξανδρείας με ειδικές «πασχάλιες επιστολές» να γνωστοποιεί κάθε χρόνο στις άλλες εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα, αφού πρώτα υπολογιστεί με την βοήθεια των αστρονόμων της Αλεξάνδρειας η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου. Για να βρούμε επομένως την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα ενός τυχόντος έτους αρκεί να γνωρίζουμε ποια είναι η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και στη συνέχεια να βρούμε την πρώτη Κυριακή που ακολουθεί μετά από την πανσέληνο αυτή.

 

 

Παρ’ όλα αυτά η Ορθόδοξος εκκλησία για τον προσδιορισμό του Πάσχα συνεχίζει ακόμη και σήμερα να βασίζεται σε δύο λανθασμένους αστρονομικά υπολογισμούς: το Ιουλιανό Ημερολόγιο και τον 19ετή Σεληνιακό Κύκλο του Μέτωνα. Έτσι στις 13 ημέρες της λανθασμένης Ιουλιανής εαρινής ισημερίας, προστίθεται και το λάθος του 19ετούς μετωνικού κύκλου, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 5 περίπου ημέρες. Γι’ αυτό σήμερα αν μεταξύ της 21ης Μαρτίου και της 3ης Απριλίου (δηλαδή της 21ης Μαρτίου στο Γρηγοριανό ημερολόγιο και της 21ης Μαρτίου στο Ιουλιανό) τύχει να συμβεί πανσέληνος, οι δυτικές Εκκλησίες την αποδέχονται κανονικά ως την πρώτη εαρινή πανσέληνο του “Όρου της Νικαίας”. Η Ορθόδοξος Εκκλησία όμως δεν την θεωρεί σαν πρώτη εαρινή πανσέληνο, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα είναι, και περιμένει την επόμενη πανσέληνο.
Αν πάλι δεν σημειωθεί πανσέληνος στην περίοδο των 13ων αυτών ημερών, τότε συμβαίνουν τα εξής: είτε (1) το Πάσχα των Ορθοδόξων συμπίπτει με το Πάσχα των Δυτικών, όπως έγινε για παράδειγμα τα έτη 2010 (4 Απριλίου), 2011 (24 Απριλίου), 2014 (20 Απριλίου) κ.λπ., είτε (2) λόγω του λάθους των 5 ημερών του μετωνικού κύκλου, το Ορθόδοξο Πάσχα γιορτάζεται μία εβδομάδα αργότερα από το Πάσχα των Δυτικών. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι το Δυτικό Πάσχα εορτάζεται μεταξύ 22ας Μαρτίου και 25ης Απριλίου, ενώ το Ορθόδοξο Πάσχα εορτάζεται μεταξύ 4ης Απριλίου και 8ης Μαΐου (π.χ. το 1983).

 

 

Έτσι πολλές φορές αντί να γιορτάσουμε το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της Άνοιξης, εμείς το γιορτάζουμε μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο. Μερικές φορές μάλιστα το γιορτάζουμε τη δεύτερη Κυριακή της δεύτερης πανσελήνου της Άνοιξης, αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο που όρισε η Σύνοδος της Νικαίας. Έτσι λοιπόν τα δύο αυτά υπολογιστικά μαθηματικά-αστρονομικά σφάλματα, των 5 ημερών του κύκλου του Μέτωνος και των 13 ημερών του Ιουλιανού ημερολογίου, που υπεισέρχονται στον υπολογισμό του Ορθόδοξου Χριστιανικού Πάσχα, μας απομακρύνουν διττώς από το γράμμα αλλά και το πνεύμα του όρου της Νικαίας. Έτσι ώστε να είναι φανερό ότι ενώ τηρείται η συνοδική διάταξη ως προς το Ιουδαϊκό Πάσχα (που δεν τηρούν οι δυτικές εκκλησίες), παραβιάζεται εν τούτοις ως προς το ουσιαστικότερο μέρος της, ως προς την πρώτη δηλαδή Κυριακή μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο.

 

 

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι και το γεγονός της διαφοράς που έχουμε στον εορτασμό του Πάσχα από τις ανατολικές και τις δυτικές εκκλησίες. Η διαφορά αυτή δεν άπτεται καθόλου πάνω σε δογματικά θέματα της Χριστιανικής Εκκλησιαστικής λατρείας ή θρησκείας. Γιατί όπως είδαμε το όλο θέμα του προσδιορισμού της εορτής του Πάσχα είναι ένα απλό αστρονομικό-μαθηματικό πρόβλημα. Γι’ αυτό άλλωστε και οι πρώην Οικουμενικοί Πατριάρχες Δημήτριος και Αθηναγόρας, πρότειναν «…πρώτον πανορθόδοξον και δεύτερον Πανχριστιανικήν ιεράν συμφωνίαν, προς καθορισμόν σταθεράς Κυριακής διηνεκώς από κοινού εορτασμού του ενός Χριστιανικού Πάσχα υφ’ απάντων των ανά την Οικουμένην Χριστιανών…..»

Δείτε επίσης