Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

του Διονύση Π. Σιμόπουλου

Επίτιμου διευθυντή Ευγενιδείου Πλανηταρίου

Είναι όντως γεγονός ότι έχουμε μία ολόκληρη εβδομάδα προτού ξεκινήσει επίσημα η εποχή του Φθινοπώρου. Είτε όμως μας αρέσει είτε όχι θα φτάσει κι αυτή σύντομα καβάλα σ’ ένα φτερωτό άλογο! Τα ιπτάμενα άλλωστε άλογα είναι ένα ιδιαίτερα προσφιλές θέμα στις διάφορες μυθολογικές ιστορίες των αρχαίων, ενώ ήταν φυσικό ότι τα άλογα του Ήλιου έπαιζαν πάντα έναν ιδιαίτερο ρόλο στις αφηγήσεις αυτές.

Σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές ο δίσκος του Ήλιου παρομοιαζόταν μ’ ένα χρυσό τέθριππο άρμα, το οποίο τραβούσαν τέσσερα ολόλευκα άλογα, ο Ηώος, ο Αιθίοψ, ο Βρόντης και ο Στερόπης που έβγαζαν από τα ρουθούνια τους φλόγες και φως. Όρθιος πάνω στο άρμα του ο ακούραστος θεός εξακόντιζε γύρω του πίδακες φωτός. Οι Ρόδιοι, μάλιστα, λάτρευαν τον Ήλιο ως το δημιουργό θεό της φυλής τους, ενώ το κολοσσιαίο του άγαλμα από το Λίνδιο Χάρη ήταν ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου.

 

 

Ο γνωστότερος όμως εκπρόσωπος του είδους είναι αναμφισβήτητα ο Πήγασος, το φτερωτό άλογο του Βελερεφόντη, το οποίο τιμήθηκε επί πλέον και με την τοποθέτησή του ως ένας από τους 88 αστερισμούς του ουράνιου θόλου. Ο αστερισμός του Πήγασου είναι άλλωστε από τους μεγαλύτερους αστερισμούς στον ουρανό. Συνορεύει ανατολικά με τον αστερισμό της Ανδρομέδας και βρίσκεται βόρεια του αστερισμού των Ιχθύων, και είναι πιο γνωστός ως το «Μεγάλο Τετράγωνο του Πήγασου». Αυτό οφείλετε στο γεγονός ότι τα τρία φωτεινότερα άστρα του μαζί με το άστρο άλφα της Ανδρομέδας σχηματίζουν ένα τετράγωνο.

Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία ο Πήγασος ήταν γιος της Γοργόνας Μέδουσας και του Ποσειδώνα, ενώ κατά μιαν άλλη εκδοχή ο Πήγασος γεννήθηκε από την τομή που προκάλεσε ο Περσέας κόβοντας το κεφάλι της Μέδουσας. Ο Περσέας χρησιμοποίησε τον Πήγασο για να ξεφύγει από το κυνήγι των αδελφών γοργόνων της Μέδουσας και ονομάστηκε Πήγασος επειδή γεννήθηκε κοντά στις πηγές του Ωκεανού. Όταν ο Περσέας τον άφησε, ο Πήγασος ανέβηκε στον Όλυμπο και έμενε στον Ελικώνα, ενώ ο Δίας του είχε αναθέσει να του φέρνει τους κεραυνούς από το εργαστήρι του Ήφαιστου. Τελικά λέγεται ότι η Αθηνά τον χάρισε στις Μούσες.

 

 

Στην Κόρινθο συναντάμε τον Πήγασο σαν το άλογο του πρίγκιπα της Κορίνθου Βελερεφόντη, ο οποίος κατόρθωσε να τον δαμάσει χρησιμοποιώντας ένα χρυσό χαλινάρι που του είχε δώσει η Αθηνά και ακολουθώντας τις συμβουλές του Ποσειδώνα στον οποίο είχε προσφέρει θυσία έναν λευκό ταύρο. Με την βοήθειά του ο Βελερεφόντης κατάφερε κι έβγαλε εις πέρας τους άθλους που του είχε επιβάλει ο βασιλιάς της Λυκίας Ιοβάτης, ο οποίος του έδωσε και την κόρη του ως σύζυγο. Ο Βελερεφόντης όμως ήθελε να ανεβεί στον Όλυμπο και γι’ αυτό τον λόγο χρησιμοποίησε τον Πήγασο.

Οι θεοί όμως θεώρησαν την κίνηση του αυτή ως ιδιαίτερα αλαζονική κι ο Δίας έστειλε μια μύγα που έκανε τον Πήγασο να αφηνιάσει γκρεμίζοντας από τα ύψη τον Βελερεφόντη, ο οποίος από τότε περιπλανιόταν τυφλός και κουτσός στο « Άληιον Πεδίο». Αργότερα, την εικόνα του Πήγασου βρίσκουμε σε διάφορα νομίσματα της Κορίνθου του 5ου π. Χ. αιώνα, καθώς επίσης και άλλων περιοχών.

 

 

Τα άστρα που βρίσκονται στον αστερισμό αυτόν είναι κυρίως 2ου και 3ου μεγέθους, ενώ υπάρχουν επίσης και αρκετά συστήματα διπλών αστέρων. Το μόνο ενδιαφέρων μεταβλητό άστρο στον αστερισμό είναι το έψιλον Πηγάσου το οποίο είναι ένα ανώμαλο μεταβλητό άστρο εκλάμψεων με λαμπρότητα που κυμαίνεται μεταξύ 0,7 και 3,5 φαινόμενου μεγέθους. Αλλά το κύριο ενδιαφέρον στον αστερισμό αυτό έχει να κάνει με τα πολλά και ενδιαφέροντα απόμακρα αντικείμενα που περιλαμβάνει.

Πρώτα απ’ όλα ξεχωρίζει φυσικά το σφαιρωτό σμήνος Μ-15 (NGC 7078), που βρίσκεται σε απόσταση 40.000 ετών φωτός από την Γη και θεωρείται ότι είναι το ομορφότερο σμήνος του νυχτερινού ουρανού. Χαρακτηριστικό του σμήνους είναι το συμπαγές του κέντρο που αποτελεί μια ισχυρή πηγή ακτινών-Χ, καθώς και ο μεγάλος αριθμός μεταβλητών άστρων και πάλσαρ που περιλαμβάνει.

 

 

 

 

Αξιοσημείωτοι επίσης είναι και οι γαλαξίες του Πήγασου μεταξύ των οποίων είναι και ο NGC 7331, ένας γαλαξίας που μοιάζει σχηματικά με τον δικό μας, περιλαμβάνει στο κέντρο του μια τεράστια Μαύρη Τρύπα και βρίσκεται σε απόσταση 50 εκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη. Ένας άλλος πάλι γαλαξίας ο NGC 7479 βρίσκεται ακόμη μακρύτερα σε απόσταση 105 εκατομμυρίων ετών φωτός. Ένας άλλος τέλος γαλαξίας (ο NGC 7742) μοιάζει πάρα πολύ με τηγανιτό αυγό έχει διάμετρο 3.000 ετών φωτός και βρίσκεται σε απόσταση 72 εκατομμυρίων ετών φωτός. Πρόκειται για έναν γαλαξία «Σέυφερ» με τεράστιες Μαύρες Τρύπες στον πυρήνα του.

Το πιο ενδιαφέρον όμως σύμπλεγμα γαλαξιών στον Πήγασο είναι το «Κουιντέτο του Στέφαν» το οποίο αποτελείται από πέντε συνολικά γαλαξίες σε απόσταση 300 εκατομμυρίων ετών φωτός. Οι γαλαξίες αυτοί εκτείνονται σε μια περιοχή 200.000 ετών φωτός και οι εικόνες που καταγράψαμε εκεί μας δείχνουν τις ισχυρότατες βαρυτικές δυνάμεις που επικρατούν σε αυτού του είδους τις «στενές επαφές». Η εκπομπή των διαφόρων ακτινοβολιών, κυρίως ακτίνων Χ, μας πληροφορούν ότι οι θερμοκρασίες που υφίστανται στην διάρκεια τέτοιων συγκρούσεων ανέρχονται σε εκατομμύρια βαθμούς Κελσίου από τα τεράστια κρουστικά κύματα που δημιουργούνται από τις συγκρούσεις. Στην ίδια άλλωστε περιοχή του Πήγασου βρίσκουμε και άλλους γαλαξίες σε στενές επαφές μεταξύ τους.

 

 

Στην γειτονιά μας πρόσφατα ανακαλύφτηκε επίσης κι ένας μικρός σφαιροειδής γαλαξίας που ανήκει στην Τοπική μας Ομάδα γαλαξιών. Πρόκειται για τον γαλαξία “Peg dSph” που αποτελεί έναν από τους γαλαξίες οι οποίοι σιγά-σιγά ενώνονται για να δημιουργήσουν άλλους μεγαλύτερους. Στην περίπτωση αυτή ο “Peg dSph” θεωρείται ότι κάποια στιγμή θα αφομοιωθεί από τον γειτονικό του πολύ μεγάλο γαλαξία της Ανδρομέδας.

Ο αστερισμός όμως του Πήγασου έχει κι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αφού προς την κατεύθυνση αυτή βρίσκονται δύο σπειροειδείς γαλαξίες που δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως διαφορετικοί από τους άλλους ομοειδείς «συναδέλφους» τους. Η διαφορά όμως είναι στην ονομασία αφού έχουν την τιμή να βρίσκονται στην πρωτοπορία του σπουδαίου καταλόγου NGC στον οποίο έχουν καταγραφεί τα πιο γνωστά αστρονομικά αντικείμενα όπως είναι διάφορα νεφελώματα, γαλαξίες και αστρικά σμήνη. Πρόκειται για τους γαλαξίες NGC-1 και NGC-2, εκ των οποίων ο πρώτος βρίσκεται σε απόσταση 150 εκατομμυρίων ετών φωτός και ο δεύτερος σε διπλάσια απόσταση.

 

 

Η ιστορία της δημιουργίας του περίφημου αυτού καταλόγου ξεκινάει στα τέλη του 18ου αιώνα όταν ο Γερμανο-άγγλος αστρονόμος Γουίλιαμ Χέρσελ (1738-1822) με την βοήθεια ενός τηλεσκοπίου 18 εκατοστών ανακάλυψε (στις 13 Μαρτίου 1781) ένα μικρό πρασινωπό στίγμα που στην αρχή νόμισε ότι ήταν κάποιος κομήτης ο οποίος σιγά-σιγά θα σχημάτιζε την ουρά του καθώς θα πλησίαζε στον Ήλιο. Το αντικείμενο όμως αυτό δεν κινήθηκε ποτέ προς τον Ήλιο και ο Χέρσελ συμπέρανε έτσι ότι πρέπει να ήταν ένας νέος πλανήτης, ο πρώτος που ανακαλύφθηκε με την βοήθεια τηλεσκοπίου. Ο Χέρσελ πρότεινε τότε να δοθεί στον νέο πλανήτη το όνομα του Βασιλιά Γεωργίου του 3ου, αλλά η επιστημονική κοινότητα επέμεινε να του δοθεί μια πιο κλασσική ονομασία. Έτσι ο νέος πλανήτης ονομάστηκε Ουρανός ακολουθώντας την ονοματολογία που είχαν αρχίσει οι αρχαίοι για τους ορατούς με γυμνό μάτι πλανήτες.

 

 

Ο Χέρσελ ήταν μουσικός και σε νεαρή ηλικία, το 1757, μετακόμισε από το Ανόβερο στο Λονδίνο. Σε ηλικία 35 χρόνων αγόρασε ένα βιβλίο αστρονομίας και έκτοτε έγινε ένθερμος θιασώτης της επιστήμης του ουρανού κάνοντας μερικές από τις πιο σπουδαίες ανακαλύψεις στην αστρονομία στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του ασχολήθηκε με την κατασκευή 200 περίπου από τα μεγαλύτερα τηλεσκόπια της εποχής του με τα οποία επιδόθηκε στο δύσκολο και φιλόδοξο έργο της ουράνιας χαρτογράφησης με τη βοήθεια της αδελφής του Καρολάιν (1750-1848).

Διαλέγοντας 683 περιοχές του ουρανού καλά διαχωρισμένες μεταξύ τους και κάνοντας την απαράδεχτη για την εποχή μας υπόθεση ότι τα άστρα έχουν την ίδια λαμπρότητα και απέχουν εξ ίσου το ένα από το άλλο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός των καταμετρημένων άστρων προς μία δεδομένη κατεύθυνση θα είναι ανάλογος προς το πάχος του Γαλαξία μας στη κατεύθυνση αυτή. Η εσφαλμένη όμως αυτή εντύπωση οδήγησε και στο εσφαλμένο αποτέλεσμα, που δημοσίευσε το 1785, ότι ο Ήλιος βρίσκεται στο κέντρο του Γαλαξία αφού προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν κοιτάξουμε ο αριθμός των άστρων μικραίνει όσο αυξάνεται και η απόστασή τους από τον Ήλιο.

 

 

Ο Χέρσελ ανακάλυψε επίσης ότι τα περισσότερα άστρα βρίσκονταν στο επίπεδο του Γαλαξιακού φακού, ενώ τα λιγότερα στις κατευθύνσεις που ήταν κάθετες σ’ αυτό το επίπεδο. Το Γαλαξιακό πάντως μοντέλο του Χέρσελ επικράτησε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και μέχρι τη στιγμή που γεννήθηκε η σύγχρονη αστρονομία.

Στη διάρκεια της χαρτογράφησής του ο Χέρσελ ανακάλυψε εκατοντάδες νέα νεφελώδη αντικείμενα διασκορπισμένα παντού. Εντυπωσιασμένος από τις πρώτες του εντυπώσεις ασχολήθηκε αργότερα πιο εντατικά και επί επτά ολόκληρα χρόνια με την ανακάλυψη και καταλογράφηση 2.000 νέων νεφελοειδών αντικειμένων. Την εργασία αυτή του πατέρα του συνέχισε επί δεκαετίες και ο γιος του ο Τζων (1792-1871) ο οποίος το 1864 δημοσίευσε τον «Γενικό Κατάλογο Νεφελοειδών» ο οποίος περιελάμβανε 5.079 συνολικά αντικείμενα.

 

 

Δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατο του Τζων Χέρσελ ο κατάλογός του αναδομήθηκε και επεκτάθηκε (ώστε να περιλαμβάνει συνολικά 13.226 ουράνια αντικείμενα) από τον Δανό αστρονόμο Johann Dreyer (1852-1926) ο οποίος τον δημοσίευσε το 1888 με την ονομασία «Νέος Γενικός Κατάλογος» (NGC = New General Catalog), ενώ αργότερα ακολούθησαν δύο «Παραρτήματα» (IC = Index Catalogs). Οι κατάλογοι αυτοί καθώς και οι άλλοι κατάλογοι των άστρων βοήθησαν εξ αρχής στη δημιουργία και πιο εύχρηστων ουράνιων χαρτών που απεικόνιζαν καλλιτεχνικά την θέση των άστρων στο νυχτερινό ουρανό.

Δείτε επίσης