του Διονυσίου Σιμόπουλου: Επίτιμου Διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου

Μερικές φορές ένας από τους πλανήτες λάμπει με ιδιαίτερη φωτεινότητα και αποσπά μεγάλη προσοχή. Η Αφροδίτη για παράδειγμα, όταν εμφανίζεται σαν αυγερινός ή σαν αποσπερίτης λάμπει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ουράνιο σώμα (εκτός φυσικά από τη Σελήνη και τον Ήλιο).

Πολλοί μάλιστα ακόμη και σήμερα, στη διαστημική εποχή μας, θεωρούν μερικές φορές τον πλανήτη αυτόν σαν ένα εξωγήινο ιπτάμενο δίσκο. Ένα πολεμικό πλοίο μάλιστα πριν από μερικά χρόνια άνοιξε πυρ εναντίον της πριν καταλάβουν περί τίνος επρόκειτο ακριβώς! Μήπως λοιπόν ήταν η Αφροδίτη ή κάποιος άλλος πλανήτες το μυστηριώδες άστρο που αναζητάμε;

Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι καθόλου πιθανό. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης γνώριζαν αρκετά καλά τα άστρα και τους πλανήτες. Και το περιπλανώμενο αυτό άστρο, η Αφροδίτη, ήταν ένα συνηθισμένο θέαμα γιατί παρουσιαζόταν κανονικά στον ουράνιο θόλο. Ήταν πάρα πολύ γνωστή, και εκτός αυτού θα ήταν ορατή από τον καθένα.

 

 

Στο ίδιο πάντως πλαίσιο ο φημισμένος αστρονόμος του 17ου αιώνα Γιόχαν Κέπλερ, είχε μία ενδιαφέρουσα πρόταση. Το 1604 ο Κέπλερ παρατήρησε μία θαυμάσια σειρά ενός ουράνιου φαινόμενου που τον οδήγησε να βγάλει ορισμένα συμπεράσματα για το τι θα μπορούσε να ήταν το Άστρο της Βηθλεέμ.

Ο Κέπλερ ήταν μαθητής του περίφημου Δανού αστρονόμου Τycho Brahe, ο οποίος είχε εξοριστεί στην Πράγα μετά από μια διαφωνία του με τον Βασιλιά της Δανίας. Στην Πράγα λοιπόν ο Κέπλερ, βασιζόμενος στις πολύχρονες παρατηρήσεις των κινήσεων των πλανητών που είχε κάνει ο δάσκαλός του, καθώς και ο ίδιος, μπόρεσε να κάνει πολλές σπουδαίες ανακαλύψεις και κυρίως να διατυπώσει τους τρεις περίφημους νόμους για την κίνηση των πλανητών, που φέρουν έκτοτε και το όνομά του.

Σε μια αρκετά εμπεριστατωμένη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of the Royal Astronomical Society of Canada το Δεκέμβριο του 1937, ο κληρικός W. Burke Gaffney περιέγραψε εκτενέστατα τις παρατηρήσεις που έκανε ο Κέπλερ για το Άστρο των Χριστουγέννων. Η περιγραφή αυτή μας πληροφορεί ότι ο Κέπλερ γνώριζε ότι το Δεκέμβριο του 1603 θα συνέβαινε μία σύνοδος του Δία με τον Κρόνο στον αστερισμό του Τοξότη.

 

 

Πράγματι η σύνοδος αυτή έγινε στα μέσα Δεκεμβρίου του 1603, αλλά δυστυχώς, επειδή οι πλανήτες αυτοί βρίσκονταν πολύ κοντά στον Ήλιο, ο Κέπλερ δεν μπόρεσε να την παρατηρήσει. Εν τούτοις, με βάση διάφορους μαθηματικούς υπολογισμούς που έκανε υπολόγισε ότι μέσα σε λίγους μήνες θα συνέβαινε ένα άλλο ενδιαφέρον και σπάνιο γεγονός. Το Γεγονός αυτό ήταν ο σχηματισμός ενός τριγώνου ανάμεσα στους πλανήτες Δία, Άρη και Κρόνο.

Έτσι το Σεπτέμβριο 1604 ο Κέπλερ ανέμενε να παρατηρήσει το σπουδαίο για την εποχή εκείνη ουράνιο φαινόμενο. Όπως αναφέρει ο ίδιος «Μερικοί το παρατηρούσαν για να διορθώσουν τις αστρονομικές τους εφημερίδες, μερικοί από απλή ευχαρίστηση, μερικοί λόγω του ότι το συμβάν ήταν σπάνιο, μερικοί για να αποδείξουν τους υπολογισμούς τους, ενώ άλλοι για να δουν εάν θα παρουσιαζόταν και ένας κομήτης».

Πραγματικά οι τρεις πλανήτες βρίσκονταν σε άριστη τοποθέτηση παρατήρησης γιατί έδυαν πέντε ώρες μετά τον Ήλιο. Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1604 ο Άρης ήρθε σε σύνοδο με τον Κρόνο, και λίγες ημέρες αργότερα, στις αρχές Οκτωβρίου σχηματίστηκε το περίφημο τρίγωνο των τριών πλανητών. Οι μέρες όμως περνούσαν και ο Άρης συνέχισε την πορεία τους ερχόμενος σε σύνοδο με τον Δία στις 9 Οκτωβρίου και σε απόσταση τεσσάρων σεληνιακών διαμέτρων κάτω απ’ αυτόν.

 

 

Την επόμενη Κυριακή, 10 Οκτωβρίου, εκεί που δεν υπήρχε καμιά προηγούμενη ένδειξη, διάφοροι παρατηρητές διέκριναν ένα «νέο» άστρο, έναν νόβα δηλαδή, που ήταν τόσο λαμπρό όσο και ο Δίας. Η θέση του ήταν προς τα δεξιά του Δία και πάνω απ’ αυτόν στην ίδια απόσταση που είχε ο Άρης κάτω από τον Δία.

Για πρώτη φορά ο Κέπλερ είδε τον νόβα αυτόν το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου. Από τη στιγμή εκείνη ονομάστηκε το Αστρο του Κέπλερ, γιατί πραγματικά ο περίφημος αυτός αστρονόμος μελέτησε τον Νόβα αυτόν εξονυχιστικά, δημοσιεύοντας τις παρατηρήσεις του αυτές καθώς και την θεωρία του για το Άστρο της Βηθλεέμ σε τέσσερις πραγματείες του.

Στο μεταξύ ο νόβα άρχισε να χάνει τη λάμψη του παρ’ όλο που ήταν ακόμη καθαρά εμφανής τις πρώτες πρωινές ώρες. Για τελευταία φορά ο Κέπλερ τον παρατήρησε στις 8 Οκτωβρίου του 1605, έναν σχεδόν χρόνο μετά την πρώτη του εμφάνιση. Κατά τη λαμπρότερη μάλιστα φάση του ήταν ο τρίτος λαμπρότερος σουπερνόβα στην ιστορία. Στις 6 Σεπτεμβρίου 1606 ο Κέπλερ σ’ ένα γράμμα που έστειλε στον φίλο του Γιόχαν Μπάνβιτς έγραφε τα εξής:

«Όταν το περασμένο καλοκαίρι επισκέφθηκα τη Στύρια, είχα την καλή τύχη να βρω στο Γκράτς ένα μικρό βιβλίο του Πολωνού Λόρενς Σουσλίγκα. Ευχαριστήθηκα πολύ με τα επιχειρήματα του βιβλίου αυτού, και άρχισα να σκέφτομαι να το χρησιμοποιήσω στο μικρό μου βιβλίο για το Νέο Άστρο, που σκεφτόμουν να γράψω.

 

 

Γιατί αν ο συγγραφέας είχε δίκιο, για να υπολογιστεί το Χρονικό του Χριστού, πρέπει να προστεθούν τέσσερα χρόνια στο Χριστιανικό Χρονολόγιο που είναι σε χρήση τώρα.

Θα προέκυπτε δηλαδή ότι ο Χριστός είχε γεννηθεί ένα ή δύο χρόνια μετά τη μεγάλη σύνοδο των Τριών Εξωτερικών Πλανητών στο πρώτο (ένα τρίτο) μέρος του Κριού, ή στο τελευταίο (ένα τρίτο) των Ιχθύων, γεγονός που συνέβη για έκτη φορά από την ίδρυση του κόσμου.

Οπότε το άστρο που οδήγησε τους μάγους στη φάτνη του Χριστού, ενώ εμφανίστηκε δύο χρόνια πριν από την γέννηση του Χριστού θα μπορούσε να συγκριθεί με το δικό μας άστρο (του 1604)».

Όταν τελικά μετά από μερικά χρόνια, το 1614 δημοσιεύτηκε στη Φραγκφούρτη το βιβλίο του με τον δικό του υπολογισμό του χρόνου της γέννησης του Χριστού, ο Κέπλερ μας πληροφορεί τα εξής: «το άστρο αυτό δεν ήταν οι συνήθεις κομήτες ή ένα άστρο αλλά με έναν ιδιαίτερα θαυμαστό τρόπο κινιόταν στο κατώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας… για να οδηγήσει τους Μάγους από τη Χαλδαία στη Βηθλεέμ».

Μπορούμε όμως να είμαστε βέβαιοι ότι οι Χαλδαίοι μάγοι πραγματικά παρακολούθησαν ή πρόσεξαν καθόλου την τριπλή αυτή σύνοδο στην οποία βασίζεται η θεωρία του Κέπλερ; Το 1925 ο Π. Σνάμπελ απέδειξε ότι ένα κείμενο αστρονομικών δελτίων σε νεοβαβυλωνιακή σφηνοειδή γραφή, που προέρχεται από το φημισμένο ιερό της Σιππάρ, αναφέρει ότι το 7 π. Χ. τουλάχιστον πέντε από τα αστρονομικά αυτά δελτία παρατηρήσεων αρχίζουν με τη φράση: «Δίας και Κρόνος στους Ιχθείς».

 

 

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Κέπλερ, που έθετε την γέννηση του Χριστού στο έτος 6 π. Χ. οι πλανήτες Δίας και Κρόνος στη διάρκεια του 7 και του 6 π. Χ. έλαβαν μέρος σε μια τριπλή ή μεγάλη συζυγία.

Ας εξηγηθούμε όμως καλύτερα. Οι πλανήτες στις κανονικές τους κινήσεις γύρω από τον Ήλιο φαίνονται να κινούνται στον ουρανό από τη Δύση στην Ανατολή. Οι πλανήτες που βρίσκονται πλησιέστερα στον Ήλιο φαίνονται να κινούνται ταχύτερα, ενώ οι πιο απομακρυσμένοι κινούνται αργότερα. Μ’ αυτόν τον τρόπο ένας από τους πλανήτες είναι δυνατόν να φτάσει και να προσπεράσει κάποιον άλλον. Το προσπέρασμα αυτό το λέμε σύνοδο ή συζυγία των δύο πλανητών.

Δεν είναι μάλιστα καθόλου παράξενο το να δει κανείς ένα πλανήτη να σταματά την κανονική του πορεία και να οπισθοδρομεί προς τη Δύση. Αυτή η κίνηση παραξένευε και βασάνιζε τους αρχαίους. Σήμερα όμως ξέρουμε ότι οι πλανήτες στην πραγματικότητα δεν αλλάζουν κατεύθυνση ποτέ.

Το τι συμβαίνει είναι ότι καθώς περιφέρεται η Γη μας γύρω από τον Ήλιο, έρχεται πολλές φορές στη θέση να προσπεράσει έναν από τους εξωτερικούς πλανήτες και τότε ο πλανήτης αυτός φαίνεται να κινείται προς τα πίσω, όπως όταν ένα αυτοκίνητο προσπερνάει κάποιο άλλο.

 

 

Την Άνοιξη του 7 π. Χ. λοιπόν υπήρχαν αρκετοί πλανήτες στον ουρανό. Η κίνηση του Δία, είναι πιο γρήγορη από του Κρόνου, γιατί ο Δίας είναι πλησιέστερα στον Ήλιο από τον Κρόνο. Με αυτή την ταχύτητα ο Δίας και ο Κρόνος έρχονται σε σύνοδο (προσπερνά δηλαδή ο ένας τον άλλο) μια φορά κάθε 20 χρόνια. Μια τέτοια σύνοδος έγινε στις 27 Μαΐου του 7 π. Χ. Αμέσως μετά ο Δίας συνέχισε να προχωρεί προς τα εμπρός, και οι δύο πλανήτες άρχισαν να απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον.

Τον Ιούνιο οι δύο πλανήτες άρχισαν να λιγοστεύουν την ταχύτητά τους, και μετά άρχισαν να κινούνται προς τα πίσω. Το γεγονός αυτό θα έπρεπε να εξέπληξε τους Μάγους που μελετούσαν τις κινήσεις των πλανητών. Παρόλο που είχαν αφιερώσει όλη τους τη ζωή στην μελέτη των πλανητών δεν μπορούσαν να γνωρίζουν γιατί οι πλανήτες εκκινούνταν προς τα πίσω.

 

 

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η Γη μας είχε αρχίσει να προσπερνάει τον Δία και τον Κρόνο, και γι’ αυτό οι δύο αυτοί πλανήτες φαίνονταν να κινούνται προς τα πίσω μιά και η Γή τους προσπερνούσε. Επειδή ο Δίας είναι πλησιέστερα στην Γή εφαίνετο ότι αυτός εκινείτο προς τα πίσω με μεγαλύτερη ταχύτητα απο τον Κρόνο. Ετσι οι δύο πλανήτες Δίας και Κρόνος ήλθαν και πάλι σε σύνοδο στις 6 Οκτωβρίου.

Μετά η Γή συνέχισε τον δρόμο της, και οι άλλοι πλανήτες άρχισαν να λιγοστεύουν και πάλι την ταχύτητά τους. Ενώ αργότερα ξανάρχισαν και πάλι την κανονική τους κίνηση προς την Ανατολή. Ετσι ξαναπέρασαν ο ένας τον άλλον και πάλι την 6η Δεκεμβρίου.

Κάτι που κανονικά συμβαίνει μιά φορά κάθε 20 χρόνια, με ένα “παράξενο” γιά τους μάγους τρόπο, είχε συμβεί τρείς φορές σε λιγότερο απο ένα χρόνο! Κι όμως ο περισσότερος κόσμος ούτε καν το παρατήρησε. Οι Μάγοι όμως παρακολουθούσαν το φαινόμενο αυτό με μεγάλη προσοχή γιατί αυτό ήταν η δουλειά τους. Και το φαινόμενο αυτό ήταν κάτι που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ ούτε είχαν ακούσει ότι είχε ξανασυμβεί.

 

 

Καθώς λοιπόν έμπαινε ο νέος χρόνος, το 6 π. Χ. ένας τρίτος πλανήτης, ο Άρης, άρχισε να κινείται στην ίδια αυτή περιοχή του ουρανού. Ο Άρης είναι πλησιέστερα στον Ήλιο και από τον Δία και από τον Κρόνο, γι’ αυτό κινείται στον ουρανό γρηγορότερα.

Στις 25 Φεβρουαρίου του 6 π. Χ. ο πλανήτης Άρης βρισκόταν σε μια θέση πάνω, και ανάμεσα στον Δία και τον Κρόνο σχηματίζοντας ένα λαμπρό ισοσκελές τρίγωνο, στέφοντας έτσι θεαματικά την πιο παράξενη σειρά φαινομένων που είχαν παρατηρήσει ποτέ οι Μάγοι.

Οι πλανήτες όμως δεν σταματούν ποτέ την κίνησή τους. Και τέτοιου είδους συμπεριφορά σημβαίνει συχνά. Πάρτε γιά παράδειγμα όλα όσα συνέβησαν μερικά χρόνια αργότερα, στη διάρκεια των ετών 3 και 2 π.Χ. Στις 19 λοιπόν Μαίου του 3 π.Χ. βλέπουμε τον Ερμή να προσπερνάει τον Κρόνο πάρα πολυ κοντά ο ένας στον άλλον. Στις 12 Ιουνίου είναι η σειρά της Αφροδίτης να προσπεράσει τον Κρόνο, σε ακόμη πιό μικρή απόσταση.

Στις 12 Αυγούστου έχουμε ένα ακόμη πιό θεαματικό προσπέρασμα δύο πλανητών. Αυτή τη φορά πρόκειται γιά τους πλανήτες Δία και Αφροδίτη, σε απόσταση ενός δεκάτου της μοίρας ο ένας από τον άλλο. Η συζυγία αυτή συνέβει στον αστερισμό του Λέοντα, που περιλαμβάνει ένα από τα λαμπρότερα άστρα στον ουρανό, τον Βασιλίσκο.

Δύο βδομάδες αργότερα η Αφροδίτη ήρθε σε σύνοδο με τον Ερμή. Ενώ ο Δίας πλησιάζει τον Βασιλίσκο που θα τον προσπεράσει στις 14 Σεπτεμβρίου. Καθώς λοιπόν περνούσε ο καιρός, ο Δίας κοντοστάθηκε γιά λίγο, και άρχισε να γυρίζει πάλι προς τα πίσω, όπως είδαμε ότι είχε κάνει νωρίτερα.

 

 

Ετσι ο Δίας ξαναπέρασε τον Βασιλίσκο γιά δεύτερη φορά. στις 17 Φεβρουαρίου του 2 π.Χ. Με την πάροδο του χρόνου, ο Δίας ξανάρχισε την κανονική του πορεία προς την ανατολή και ξαναπέρασε τον Βασιλίσκο γιά τρίτη φορά στις 8 Μαίου του 2 π.Χ..

Αυτού του είδους οι τριπλές σύνοδοι, παρ’ όλο που θεωρούνται σημαντικές από τους στρολόγους, δεν είναι ούτε σπάνιες αφού συμβαίνουν μιά φορά κάθε 40 περίπου χρόνια, ούτε μπορούν να επηρεάσουν οποιαδήποτε γεγονότα πάνω στη Γη ή πάνω στους άλλους πλανήτες του Ηλιακού μας Συστήματος.

Είναι απλά, και σήμερα εύκολα επεξηγήσημα, ουράνια φαινόμενα που φαίνονται ότι συμβαίνουν απλώς γιατί εμείς τα παρατηρούμε από το κινούμενο διαστημόπλοιό μας που ονομάζουμε Γη, ταξιδιώτες και μεις στο αέναο ταξίδι του γύρω από τον Ηλιο, όπως κάνουν άλλωστε και όλοι οι άλλοι πλανήτες.

Με όλα αυτά λοιπόν καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το άστρο της Βηθλεέμ δεν θα μπορούσε να ήταν κάποια πολλαπλή σύνοδος των πλανητών μεταξύ τους ή με κάποιο άστρο γιατί τέτοιοι σύνοδοι συμβαίνουν συχνά.

 

Δείτε επίσης