Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Εγινε διάσημη από το ρόλο της στο «Κοράκι», μια πραγματικά στοιχειωμένη ταινία αφού στα γυρίσματά της σκοτώθηκε ο πρωταγωνιστής της Μπράντον Λι (ο γιος του Μπρους Λι).

Η Σοφία Σχινάς έχει περάσει πλέον πίσω από την κάμερα κινείται μεταξύ Ελλάδας και Αμερικής και δραστηριοποιείται σε πληθώρα τομέων γύρω από τον μαγικό κόσμο του σινεμά.

– Πώς ξεκίνησες;

«Πρωτοπήγα στο θέατρο 4 χρόνων ενώ ήταν χαρά μου να βλέπω τηλεόραση με όλη την οικογένειά μου.

Φαίνεται ότι πήρα τη μανία για τα έργα από τον πατέρα μου, ο οποίος όποτε έβλεπε μια ταινία, σχολίαζε τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες. Στην οικογένεια ήμασταν 3 αγόρια και 1 κορίτσι κι έτσι παρακολουθούσαμε πολλά πολεμικά φιλμ. Ενας λόγος που αγαπώ τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ είναι κι αυτός, για τα ωραία war movies που έχει κάνει».

 

 

– Οι γονείς σου πώς αντιμετώπισαν τη διάθεσή σου να γίνεις ηθοποιός;

«Οι γονείς μου ήταν πολύ αυστηροί, ήθελαν να ασχοληθώ με ένα πιο κλασικό και σίγουρο επάγγελμα, π.χ. δικηγόρος. Είχαν αντιρρήσεις αλλά φοβούνταν κιόλας για το τι θα κάνει η μοναχοκόρη τους. Ελεγαν ότι το επάγγελμα του ηθοποιού είναι δύσκολο. Ετσι κι εγώ, την ώρα της… έμπνευσης, έκλεινα την πόρτα, φώναζα μια φίλη μου και έπαιζα γι’ αυτήν και για τη γιαγιά μου. Αργότερα ασχολήθηκα με τη μουσική, έχω κυκλοφορήσει και δίσκους. Εκανα πολλά πράγματα, δεν ήμουν ένα κορίτσι που καθόταν. Βέβαια αντιμετώπισα δυσκολίες, όπως όλοι, αλλά είχα ενέργεια και καλή τύχη. Η τύχη πάντα παίζει ρόλο, όμως δούλευα και σκληρά».

– Και στο «Κοράκι» πώς βρέθηκες;

«Είχα πάει στην οντισιόν χωρίς να γνωρίζω ότι ο σκηνοθέτης, ο Αλεξ Πρόγιας, είναι και αυτός Ελληνας. Γνωριστήκαμε μετά, όταν σε ένα διάλειμμα μίλησα ελληνικά. Ηταν η πρώτη ταινία που έκανα και αυτό που συνέβη, με τον θάνατο του Μπράντον, ήταν πολύ σοκαριστικό. Ο Μπράντον ήταν πολύ γλυκός άνθρωπος και ταλαντούχος, είχε πολύ μέλλον. Υπήρχε λίγο μπαρούτι σε ένα πιστόλι που το είχαν αδειάσει και με το οποίο τον πυροβολούσαν σε μια σκηνή. Και αυτό το ελάχιστο μπαρούτι τού έσκισε την αορτή…».

 

 

– Τώρα πλέον βρίσκεσαι πίσω από την κάμερα, σκηνοθετείς.

«Εχουν περάσει πάνω από 10 χρόνια από τότε που άρχισα να ασχολούμαι με τη σκηνοθεσία, έκανα κάποιες μικρού μήκους ταινίες. Μπορείς να πεις ότι η εποχή είναι καλή για ανεξάρτητους filmakers, γιατί η κρίση και η έλλειψη μεγάλων μπλοκμπάστερ αφήνουν χώρο να κάνουμε έργα με μικρό μπάτζετ. Βοηθάει πολύ σε αυτό και η εξέλιξη της τεχνολογίας. Επειτα το Χόλιγουντ πάντοτε αναζητά το φτηνό και το καλό, οπότε, ποτέ δεν ξέρεις…».

– Με την Ελλάδα ποιά είναι η σχέση τώρα;

«Θέλω να δώσω πολλές ευκαιρίες σε όσους Ελληνες ξέρω.Η Ελλάδα είναι γεμάτη από ταλέντο που δεν έχει αξιοποιηθεί. Μάλλον φταίει το σύστημα που επικρατεί. Εγώ όλες μου τις δουλειές στην Αμερική τις βρήκα μέσα από οντισιόν. Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι πιο… πολιτικά, είναι ποιον ξέρεις. Γι’ αυτό και πολλοί θέλουν να έρθουν στην Αμερική. Γιατί τα πράγματα εκεί είναι πιο καθαρά. Πας, δείχνεις το ταλέντο σου και σου λένε “ναι ή όχι”».

– Συνεπώς σε έναν 19χρονο-20χρονο Ελληνα ηθοποιό τι θα πρότεινες; Να καθήσει στην Ελλάδα ή να φύγει;

«Εξαρτάται τι θέλει να κάνει με την καριέρα του. Γνώμη μου, πάντως, είναι να μην πάει κάποιος στο Χόλιγουντ μετά τα 30, γιατί το Χόλιγουντ θέλει τα νιάτα. Μετά γίνεται πολύ δύσκολο. Κάποιοι μου λένε για τον Μπαρδέμ κ.ά. αλλά η Ισπανία είναι μεγάλη αγορά, δεν μπορεί να συγκριθεί με την Ελλάδα».

 

 

– Συχνά γίνεται συζήτηση για το greek-american community στο Χόλιγουντ.

«Είναι πολύ ισχυρό. Ομως τα παιδιά δεν πρέπει να περιμένουν και πολλά από αυτήν. Είχε έρθει εδώ και ο Γιαννόπουλος, ο πρόεδρος της FOX, και είχε πει: “Μην περιμένετε από εμάς να σας βοηθήσουμε. Εσείς πρέπει να κάνετε πράγματα, να παλέψετε, αν θέλετε να δουλέψετε στο Χόλιγουντ. Βοήθησέ με για να σε βοηθήσω” αυτό είναι το μότο του, “φέρε μου κάποια καλή δουλειά σου, κάποιο καλό υλικό”. Ο Γιαννόπουλος είναι καλός άνθρωπος και βοηθάει, αλλά εκεί που πρέπει να βοηθήσει».*

– Εσύ, όλα αυτά τα χρόνια, κράτησες επαφή με τον τόπο της ελληνικής καταγωγής σου;

«Ερχόμασταν οικογενειακώς τα καλοκαίρια. Η καταγωγή μου είναι από Βόλο και Τρίπολη. Και το σπίτι μας είναι πολύ ελληνικό, από μικρό παιδί είχα τα ελληνικά ως πρώτη γλώσσα. Ο πατέρας μου αγαπά την Ελλάδα πολύ και ίσως γι’ αυτό δεν του άρεσε καθόλου το “Big fat greek wedding” της Βαρντάλος. Ηταν κάπως υπερβολικό, καρτουνίστικο, έβγαζε προς τα έξω μια κάπως φαιδρή εικόνα της Ελλάδας. Στο σπίτι μου πάντως, δεν ήμασταν έτσι…»

– Τώρα με την κρίση, εάν έκανες μια σύγκριση μεταξύ Λος Αντζελες και Αθήνας, τι θα έλεγες; Τι σκηνές βλέπεις εδώ και τι στην Αμερική σε σχέση με τη φτώχεια;

«Από μικρό παιδί έβλεπα πολλή φτώχεια στην Ελλάδα, κι έλεγα στη μαμά μου, “πω πω, δεν θέλω να ξανάρθω”. Ομως τώρα, στην Αμερική, βλέπεις πολύ σκληρά πράγματα. Ολόκληρες οικογένειες Μεξικανών να ζουν κάτω από γέφυρες κ.λπ. Εδώ δεν έχω δει τόσο σκληρές σκηνές. Αν ήμουν homeless, σίγουρα θα προτιμούσα την Αθήνα από το Λος Αντζελες!»

Δείτε επίσης