του: Διονύση Σιμόπουλου, Επίτιμου Διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Στις 8:00 μ.μ. (ώρα Ελλάδος) της Πέμπτης, 14 Δεκεμβρίου, η NASA έχει καλέσει μία έκτακτη συνέντευξη τύπου για να κάνει μία σημαντική ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ σχετικά με κάποια σπουδαία ανακάλυψη που συνδέεται με την δραστηριότητα του τηλεσκοπίου “Κέπλερ” το αντικείμενο του οποίου είναι η ανακάλυψη εξωηλιακών πλανητών από το 2009 όταν το διαστημικό αυτό τηλεσκόπιο τοποθετήθηκε στο Διάστημα [την απ’ ευθείας μετάδωση μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ: https://www.nasa.gov/nasalive ]. Στη συνέντευξη θα συμμμετάσχουν οι Paul Hertz, διευθυντής του Αστροφυσικού Τμήματος της NASA, ο Christopher Shallue, μηχανικός λογισμικού της εταιρίας Google AI, ο αστρονόμος Andrew Vanderburg, μεταδιδακτορικός εταίρος της NASA στο University of Texas, και ο Jessie Dotson, ως κύριος ερευνητής του προγράμματος Kepler. Από τη σύνθεση του πάνελ μπορεί να υποθέσει κανείς ότι η ανακοίνωση ίσως έχει να κάνει με την χρησιμοποίηση της Τεχνικής Νοημοσύνης στη αυτοματοποίηση της διερεύνησης των δεδομένων που συλλέγει το “Kepler ”.   Είναι γεγονός ότι η εξερεύνηση του Σύμπαντος εξάπτει την ανθρώπινη φαντασία. Καμία όμως Διαστημική αποστολή δεν εξάπτει την φαντασία μας τόσο όσο η προσπάθεια ανακάλυψης κι άλλων πλανητών παρόμοιων με τη Γη γύρω από κάποια άλλα άστρα του Γαλαξία μας. Πλανητών που αν διαθέτουν και τις κατάλληλες συνθήκες θα μπορούσαν να έχουν δημιουργήσει πάνω τους το θαυμαστό επίτευγμα της φύσης που ονομάζουμε ζωή. Τα τελευταία 25 χρόνια έχουμε ήδη ανακαλύψει 3,710 πλανήτες γύρω από 2,780 αστρικά συστήματα, εκ των οποίων τα 621 συστήματα έχουν περισσότερους του ενός πλανήτες. Προ το παρόν οι περισσότεροι απ’ αυτούς του πλανήτες είναι αέριοι γίγαντες με μέγεθος παρόμοιο με του Δία, του μεγαλύτερου πλανήτη στο Ηλιακό μας Σύστημα.  Αν και το κύριο ενδιαφέρον μας είναι να ανακαλύψουμε βραχώδεις πλανήτες 30 έως 600 φορές μικρότερους από τον Δία. Από τα 200 δισεκατομμύρια άστρα του Γαλαξία μας υπολογίζεται να υπάρχουν από 11 έως 40 δισεκαατομμύρια πλανήτες στο μέγεθος της Γης μας. Η αποστολή του διαστημικού τηλεσκοπίου “Κέπλερ”, που φέρει το όνομα ενός από τους πιο φημισμένους αστρονόμους της Αναγέννησης, εκτοξεύτηκε στις αρχές του 2009 με σκοπό να εντοπίσει δεκάδες δίδυμους πλανήτες της Γης μας σε μια περιοχή που άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως γειτονιά μας. Πρόκειται για ένα τροχιακό αστεροσκοπείο το οποίο διαθέτει ένα από τα πιο ευαίσθητα φωτόμετρα με σκοπό να μελετήσει δεκάδες χιλιάδες άστρα της Κύριας Ακολουθίας στη διάρκεια της επόμενης τετραετίας. Η οπτική γωνία με την οποία θα παρατηρεί το “Κέπλερ” θα είναι σταθερή και θα εκτείνεται σε βάθος 3.000 ετών φωτός, ενώ η ευρυγώνια ικανότητά του, του δίνει την δυνατότητα να καλύψει μιαν αρκετά μεγάλη έκταση του ουρανού που βρίσκεται ανάμεσα στους αστερισμούς του Κύκνου και της Λύρας. Ο κύριος επιστημονικός σκοπός της όλης αποστολής είναι η διερεύνηση της δομής που έχουν τα διάφορα πλανητικά συστήματα πέρα από το δικό μας. Πιο συγκεκριμένα οι μελέτες αυτές ελπίζουμε να μας δώσουν απαντήσεις σχετικά με το πόσοι πλανήτες βρίσκονται εντός ή κοντά στην επονομαζόμενη “κατοικήσιμη ζώνη” των πλανητικών συστημάτων που θα εντοπιστούν, να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά των άστρων που περιλαμβάνουν πλανητικά συστήματα, και να υπολογίσει τα διάφορα μεγέθη και σχήματα των τροχιών τους, καθώς και τον αριθμό των πλανητών που υπάρχουν γύρω από πολλαπλά άστρα. Μία διερεύνηση, άλλωστε, των πρώτων εξωηλιακών πλανητικών συστημάτων εντόπισε ότι το 20% των συστημάτων αυτών βρίσκονται σε τροχιά διπλών ή πολλαπλών άστρων. Από τα εξωηλιακά πλανητικά συστήματα της μελέτης μας αποδείχτηκε ότι ορισμένα ανήκουν σε διπλά άστρα ενώ άλλα βρίσκονται γύρω από τριπλά άστρα. Η διαπίστωση αυτή αποδεικνύει ότι η δημιουργία πλανητών δεν περιορίζεται γύρω από μονά μόνον άστρα, αλλά ότι οι πλανήτες μπορούν να επιβιώσουν κάτω από μια ποικιλία περιβαλλόντων. Τα αποτελέσματα παρόμοιων ερευνών θα μας βοηθήσουν να εξάγουμε χρήσιμες πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο γεννιούνται οι πλανήτες, ενώ θα μας βοηθήσουν επίσης να ανακαλύψουμε με ποιόν τρόπο η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων άστρων σε ένα σύστημα μπορεί να βοηθήσει ή να αποτρέψει την δημιουργία πλανητών, αλλά και με ποιόν τρόπο διαμορφώνονται τα τροχιακά χαρακτηριστικά των πλανητών από την παρουσία περισσοτέρων του ενός άστρων.     Ο τρόπος με τον οποίο θα επιτύχει τον στόχο του το “Κέπλερ” βασίζεται στην ταυτόχρονη και συνεχόμενη παρατήρηση της φωτεινότητας 100.000 άστρων. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορεί να εντοπίσει ακόμη και τις πιο ελάχιστες αλλαγές στην ένταση της λαμπρότητας των άστρων αυτών σε περίπτωση που κάποιος τυχόν πλανήτης περάσει μπροστά από τον δίσκο ενός από τα άστρα αυτά. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που μοιάζει με «έκλειψη» του άστρου από τους όποιους πλανήτες βρίσκονται γύρω του. Πριν από μερικά μάλιστα χρόνια είχαμε ένα παρόμοιο φαινόμενο με την επονομαζόμενη “διάβαση” του πλανήτη Αφροδίτη μπροστά από τον δίσκο του Ήλιου. Στην περίπτωση, φυσικά, της “διάβασης” της Αφροδίτης τα πράγματα ήταν πολύ πιο εύκολα γιατί απλούστατα η Αφροδίτη και ο Ήλιος μας είναι πάρα πολύ κοντά μας. Στην περίπτωση, όμως, του “Κέπλερ” τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα λόγω των αποστάσεων που μας χωρίζουν από τα άστρα. Παρ’ όλα αυτά το φωτόμετρο που διαθέτει το “Κέπλερ” έχει την ικανότητα να εντοπίσει αλλαγές στην φωτεινότητα ενός άστρου παρόμοια μ’ αυτήν που επιφέρει μια μύγα στην φωτεινότητα ενός λαμπερού προβολέα. Η ικανότητα αυτή του φωτόμετρου που έχει το «Κέπλερ» βασίζεται στους 42 ειδικούς ανιχνευτές CCD που διαθέτει και οι οποίοι έχουν την δυνατότητα ανάλυσης 95 megapixels! Αυτού του είδους τα φωτόμετρα είναι τόσο ευαίσθητα ώστε εάν ένα απ’ αυτά παρακολουθούσε 10.000 πυγολαμπίδες ταυτόχρονα θα μπορούσε να εντοπίσει ακόμη και αν έσβηνε το φως μιας μόνον εξ αυτών! Με την βοήθεια των ανιχνευτών αυτών και με βάση τους σημερινούς μας υπολογισμούς η πιθανότητα εντοπισμού πλανητών στο μέγεθος της Γης μας φτάνει την μία στις 210, ή περίπου τον εντοπισμό πέντε “γήινων” πλανητών για κάθε 1.000 άστρα που θα παρατηρήσει το “Κέπλερ”. Η έρευνα του “Κέπλερ’ έχει ως στόχο να αποδείξει ότι τα περισσότερα άστρα της Κύριας Ακολουθίας έχουν βραχώδεις πλανήτες στην επονομαζόμενη “κατοικήσιμη ζώνη” τους, ενώ κατά μέσον όρο δημιουργούνται δύο βραχώδεις πλανήτες στο μέγεθος της Γης στην περιοχή από 0,5 έως 1,5 Αστρονομικές Μονάδες (μία Αστρονομική Μονάδα ισοδυναμεί με την απόσταση Γης-Ηλίου που είναι ίση με περίπου 150 εκατομμύρια χιλιόμετρα). Στη διάρκεια των μελετών του το “Κέπλερ” αναμένεται να εντοπίσει εκατοντάδες πλανήτες 30 έως 600 φορές μικρότερης μάζας απ’ ότι έχει ο Δίας, ενώ πολλοί απ’ αυτούς θα έχουν παρόμοια συστατικά με τη Γη και διάμετρο που θα κυμαίνεται από το 80% του μεγέθους της Γης και άνω. Στη διάρκεια της αποστολής του το “Κέπλερ” δεν βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τη Γη αλλά σε ένα σημείο βαρυτικής ισορροπίας του συστήματος Γης-Σελήνης. Σ’ αυτή την απόσταση η παρουσία της Γης και του Ήλιου δεν εμποδίζει την απρόσκοπτη και συνεχή παρατήρηση της περιοχής που έχει επιλεγεί. Το διαστημικό σύμπλεγμα από το οποίο αποτελείται έχει βάρος ενός περίπου τόνου, ενώ το κύριο κάτοπτρό του φτάνει το 1,40 μέτρο.

Δείτε επίσης