Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

του Διονύση Π. Σιμόπουλου, Επίτιμου διευθυντή Ευγενιδείου Πλανηταρίου.

Σχεδόν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Γης ζει στην περιοχή που καλύπτει η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και παρ’ όλο που επίσημα η χώρα αυτή χρησιμοποιεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο, όπως και οι δυτικές χώρες, εν τούτοις η Κινέζικη Πρωτοχρονιά δεν συμπίπτει την 1η Ιανουαρίου αλλά γιορτάζεται σε διαφορετικές ημερομηνίες κάθε χρόνο, αφού βασίζεται ακόμη και σήμερα στο αρχαίο κινεζικό ημερολόγιο που έχει τις ρίζες του στον 14ο αιώνα π. Χ. όταν, σύμφωνα με την παράδοση, το ημερολόγιο αυτό επινοήθηκε και εγκαθιδρύθηκε από τον Κινέζο αυτοκράτορα Χουανγκντί το 2637 π. Χ..

Όπως και πολλά άλλα ημερολόγια του κόσμου το Κινέζικο είναι κι αυτό ένας συνδυασμός ηλιακού και σεληνιακού ημερολογίου και βασίζεται μερικώς τουλάχιστον στις φάσεις της Σελήνης, ένα μηνιαίο φαινόμενο που είναι εμφανές σε όλους.

 

 

Σύμφωνα με το ημερολόγιο αυτό ένα κανονικό έτος έχει 12 σεληνιακούς μήνες, ενώ ένα δίσεκτο έτος έχει 13 σεληνιακούς μήνες.

Σε ημέρες το κανονικό έτος διαρκεί από 353 έως 355 ημέρες, ενώ ένα δίσεκτο έτος διαρκεί από 383 έως 385 ημέρες. Με αυτά ως βάση στο κινεζικό ημερολόγιο η Πρωτοχρονιά γιορτάζεται σε διαφορετικές ημερομηνίες που επαναλαμβάνονται σε μια περίοδο 60 ετών, ενώ κάθε έτος παίρνει την ονομασία ενός ζώου.

Πριν όμως προχωρήσουμε περισσότερο θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξ’ αρχής ότι ένα ημερολόγιο δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι, κάτι το απόλυτο, ούτε βασίζεται σε κάποιο θρησκευτικό ή θείο νόμο.

Είναι απλά ένα ανθρώπινο δημιούργημα για να μας βοηθάει στις διάφορες ασχολίες μας στη διάρκεια ενός έτους, αφού ένα σύστημα μέτρησης του χρόνου έχει ως βάση ορισμένα τακτικώς επαναλαμβανόμενα ουράνια φαινόμενα.

 

 

Τα κύρια, και εμφανή με γυμνό μάτι, ουράνια φαινόμενα που επαναλαμβάνονται σε τακτικές χρονικές περιόδους είναι τρία: η περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της που προσδιορίζεται από δύο διαδοχικές μεσουρανήσεις του Ήλιου, η περιφορά της Σελήνης γύρω από τη Γη, που προσδιορίζεται από την συμπλήρωση των φάσεών της, και η περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο που προσδιορίζεται από την επαναλαμβανόμενη διαδοχή των τεσσάρων εποχών.

Οι χρόνοι όμως που απαιτούνται για μία περιστροφή και για μια περιφορά της Γης, καθώς και για τη συμπλήρωση των φάσεων της Σελήνης είναι ασύμμετροι, κανένας δηλαδή από αυτούς δεν διαιρεί τον άλλον ακριβώς. Η Γη, για παράδειγμα, περιστρέφεται 365,242199 φορές γύρω από τον άξονά της για κάθε μία πλήρη περιφορά της γύρω από τον Ήλιο, ενώ στον ίδιο χρόνο η Σελήνη συμπληρώνει 12,368267 φορές τον κύκλο των φάσεων της, όπου ο κάθε τέτοιος κύκλος διαρκεί 29,530588 ημέρες.

Όπως βλέπετε δεν υπάρχει καμιά συμφωνία ανάμεσα σ’ αυτούς τους αριθμούς.

Ένα σωστό όμως ετήσιο ημερολόγιο πρέπει να έχει ως βάση του τον ακριβή χρόνο που χρειάζεται η Γη για να συμπληρώσει μία πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο, για να συμπληρώσει δηλαδή τον κύκλο των εποχών, την επαναλαμβανόμενη παρέλαση της Άνοιξης, του Καλοκαιριού, του Φθινόπωρου και του Χειμώνα!

Οι εποχικές αυτές αλλαγές είχαν για τους αρχαίους τεράστια σημασία, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την εμφάνιση της γεωργίας πριν από 10.000 περίπου χρόνια.

Γι’ αυτό, και επειδή η σπορά, η συγκομιδή και οι άλλες γεωργικές ασχολίες εξαρτιόνταν από τις αλλαγές των εποχών, η διάρκεια ενός ηλιακού έτους έπρεπε να μετρηθεί επακριβώς.

 

 

Στην αρχαιότητα όμως υπήρχαν αρκετά προβλήματα στην ακριβή μέτρηση του ηλιακού έτους. Ο Ήλιος, βλέπετε, δεν έχει φάσεις όπως η Σελήνη και γι’ αυτό δεν μπορούν να αναγνωριστούν κάποιες επαναλαμβανόμενες όψεις του.

Ούτε είναι δυνατόν να παρατηρηθεί την ημέρα η θέση του Ήλιου σε μια δεδομένη τοποθεσία του ζωδιακού κύκλου έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα σωστό ημερολόγιο.

Οι Βαβυλώνιοι ήταν αυτοί που κατέγραψαν για πρώτη φορά την αργή κίνηση του Ήλιου προς την Ανατολή ανάμεσα στα άστρα, γιατί παρατηρούσαν προσεχτικά τον ορίζοντα την ώρα της Δύσης. Έτσι μετά την κάθοδο του Ήλιου και την εμφάνιση των άστρων, σημείωναν ποια άστρα ανέτελλαν και ποια άστρα έδυαν.

Αν, για παράδειγμα, στη Δύση έβλεπαν τον αστερισμό του Σκορπιού έτοιμο να δύσει ακολουθώντας το δύοντα Ήλιο, αυτός ο αστερισμός σε ένα μήνα είχε χαθεί τελείως και τη θέση του είχε πάρει ο αστερισμός του Τοξότη.

Σε έναν ακόμη μήνα χανόταν και ο Τοξότης, έτσι ώστε φαίνονταν ότι ο Ήλιος μεταφερόταν ανατολικά ανάμεσα στα άστρα, καλύπτοντας διαδοχικά με τη λαμπρότητά του τους διάφορους αστερισμούς.

Οι Βαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν την αστρονομία για πρακτικούς σκοπούς, και δε γνώριζαν ότι η Γη βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο. Κοιτάζοντας όμως τον Ήλιο από τη Γη μια δεδομένη στιγμή, αυτός φαίνεται σαν να βρίσκεται μπροστά από έναν ορισμένο αστερισμό.

Αλλά καθώς η Γη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, ο Ήλιος φαίνεται ότι κινείται καλύπτοντας έτσι διαδοχικά διάφορους αστερισμούς. Μετά την πάροδο ενός χρόνου, η Γη έχει συμπληρώσει μία ολόκληρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο και έτσι ο Ήλιος φαίνεται σαν να έχει γυρίσει και να βρίσκεται μπροστά από τον πρώτο αστερισμό.

Αφού λοιπόν ο Ήλιος επέστρεφε στην αφετηρία του μετά από περίπου 360 ημέρες, οι Βαβυλώνιοι χώρισαν τον κύκλο σε 360 μοίρες, μια ιδέα που παραμένει ακόμη και σήμερα.

 

 

Το πρώτο αρχαίο ημερολόγιο που εγκατέλειψε τελείως τις σεληνιακές φάσεις δημιουργήθηκε από τους Αιγυπτίους και βασιζόταν στις ετήσιες πλημμύρες του ποταμού Νείλου. Κάθε καλοκαίρι ο μεγάλος αυτός ποταμός πλημμύριζε τις γύρω περιοχές.

Λόγω της ξηρασίας που επικρατούσε, οι ετήσιες πλημμύρες του Νείλου θεωρούνταν πραγματικά “θεόσταλτες”, γιατί χάρη σε αυτές ποτίζονταν άφθονα οι διψασμένες καλλιέργειες. Επί πλέον μετά την αποχώρηση των νερών άφηναν πίσω τους πλούσια στρώματα εδάφους έτοιμα να βοηθήσουν ακόμη περισσότερο τις καλλιέργειες της νέας χρονιάς.

Οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν υπεύθυνη για τις “ευλογημένες” αυτές πλημμύρες, την θεά Ίσιδα, στην οποία είχαν αφιερώσει πολλούς ναούς στις όχθες του Νείλου. Ένας από αυτούς τους ναούς, στα Ντέντερα, ήταν προσανατολισμένος προς το νοτιοανατολικό ορίζοντα, τη διεύθυνση από την οποία ανέτελλε η Ίσις με τη μορφή του λαμπρότερου άστρου στο νυχτερινό ουρανό που ονόμαζαν «Σώθι», κι εμείς σήμερα ονομάζουμε Σείριο στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός.

Από το Μεγάλο Ναό οι ιερείς της Ίσιδος παρακολουθούσαν με προσοχή τον πρωινό ουρανό περιμένοντας την «εωθινή επιτολή του Σειρίου», περίμεναν δηλαδή να παρατηρήσουν την ανατολή του Σείριου λίγο πριν το λαμπρό φως του ανατέλλοντος Ηλίου «σβήσει» το φως όλων των άλλων άστρων του ουρανού.

Επειδή το αστρονομικό αυτό φαινόμενο συνέπιπτε με τις ετήσιες πλημμύρες του Νείλου και συνέβαινε με απόλυτη ακρίβεια μία φορά κάθε χρόνο οι Αιγύπτιοι κατόρθωσαν να προσδιορίσουν με μεγάλη ακρίβεια ότι η διάρκεια του έτους είναι 365 ημέρες.

Το γεγονός αυτό τους επέτρεψε να δημιουργήσουν ένα πλήρες ημερολόγιο δώδεκα μηνών, των 30 ημερών ο καθένας, και πέντε «επαγόμενων» ημερών που ήταν αφιερωμένες στους θεούς Όσιρη, Όρο, Ίσιδα, Σηθ, και Νέφθυν.

Η διαφορά όμως των έξι ωρών που υπολείπονταν από το ημερολόγιό τους των 365 ημερών έγινε αισθητή με την πάροδο των αιώνων. Και γι’ αυτό σύντομα άρχισαν οι μεταρρυθμίσεις, που συνεχίστηκαν κατά περιόδους ως τον 1ο αιώνα π.Χ.

 

 

Την ίδια περίπου περίοδο, όταν πρώτος ύπατος στη Ρώμη ήταν ο Ιούλιος Καίσαρ, το ρωμαϊκό ημερολόγιο είχε κι αυτό τα χάλια του. Το σεληνο-ηλιακό αυτό ημερολόγιο είχε καθιερωθεί από το (μυθικό μάλλον) βασιλιά της αρχαίας Ρώμης Νουμά Πομπίλιο τον 7ο αιώνα π.Χ., και αποτελούνταν από ένα έτος 12 μηνών που όλοι τους, λόγω δεισιδαιμονίας, είχαν μονό αριθμό ημερών.

Συνολικά δηλαδή το ημερολογιακό έτος του Νουμά είχε 354 ημέρες.

Για να συμπληρωθούν οι 365 ημέρες του ηλιακού έτους, πρόσθεταν κάθε τρία χρόνια έναν εμβόλιμο μήνα, 33 ημερών, που ονόμαζαν Μερκεδόνιο. Επειδή όμως το ρωμαϊκό ημερολογιακό έτος ήταν μερικές ώρες μικρότερο από το ηλιακό, ήταν επόμενο ότι στους 7 αιώνες που πέρασαν από την εφαρμογή του, να είχε συσσωρευτεί ένα τεράστιο λάθος.

Γι’ αυτό το 46 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ, με τη βοήθεια του έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, που μετακάλεσε από την Αλεξάνδρεια, διόρθωσε το ρωμαϊκό ημερολόγιο προσθέτοντας στο έτος 45 π.Χ. 90 ημέρες που όμως δε μετρήθηκαν διότι είχαν ήδη μετρηθεί στους 7 προηγούμενους αιώνες.

Έτσι τον άλλο χρόνο, το 44 π.Χ., η εαρινή ισημερία επανήλθε στην αρχική της θέση στις 23 Μαρτίου. Ο Σωσιγένης υπολόγισε τη διάρκεια του έτους ίση με 365 ημέρες και 6 ώρες και όρισε όπως τα έτη έχουν 365 ημέρες, και σε κάθε τέταρτο έτος πρόσθετε μία ακόμη ημέρα μετά την «έκτη προ των καλενδών του Μαρτίου». Έτσι η ημέρα αυτή, επειδή μετριόταν δύο φορές, ονομάζεται «δις έκτη» και το έτος που την περιέχει «δίσεκτο».

Παρ’ όλο τον καλύτερο όμως προσδιορισμό του ηλιακού έτους από τον Σωσιγένη, υπήρχε ακόμη μια μικρή απόκλιση από την πραγματικότητα. Ο Σωσιγένης καθόρισε το ηλιακό (ή τροπικό) έτος ίσο προς 365,25 μέσες ηλιακές ημέρες βασισμένος στους υπολογισμούς του πατέρα της αστρονομίας Ιππάρχου, ο οποίος έναν αιώνα νωρίτερα είχε προσδιορίσει ότι το ηλιακό έτος θα έπρεπε να έχει διάρκεια ίση με 365,242 ημέρες.

 

 

Σήμερα όμως γνωρίζουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τη διάρκεια του ηλιακού έτους που είναι 365,242199 ημέρες.

Έτσι το καθορισμένο από τον Σωσιγένη έτος είναι μεγαλύτερο του πραγματικού κατά 0,0078 της ημέρας, ή κατά 11 λεπτά και 14 περίπου δευτερόλεπτα, χρόνος δηλαδή που εκ πρώτης όψεως φαίνεται σχεδόν ασήμαντος. Κάθε τέσσερα όμως χρόνια το μικρό αυτό λάθος γινόταν περίπου 45 λεπτά, και κάθε 129 χρόνια γινόταν μία ολόκληρη ημέρα.

Μέσα στα πρώτα 400 χρόνια από την εφαρμογή του Ιουλιανού Ημερολογίου το λάθος είχε φτάσει τις τρεις ημέρες περίπου με αποτέλεσμα το 325 μ.Χ. η εαρινή ισημερία να συμβεί στις 21 Μαρτίου.

Την χρονιά εκείνη έγινε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Βιθυνίας και θέσπισε τον ονομαζόμενο έκτοτε Όρο της Νικαίας για τον προσδιορισμό του εορτασμού του Πάσχα. Επειδή τότε θεωρούσαν ότι η εαρινή ισημερία (21 Μαρτίου) θα παρέμενε σταθερή, βάσισαν τον κανόνα προσδιορισμού του Πάσχα σε αυτή την ημερομηνία.

Τα πράγματα όμως, με το λανθασμένου υπολογισμού έτος του Ιουλιανού Ημερολογίου, δεν ήταν έτσι.

Το λάθος των 11 λεπτών συσσωρευόταν και η εαρινή ισημερία μετατοπίζονταν όλο και πιο ενωρίς. Έτσι ενώ την εποχή του Χριστού η εαρινή ισημερία συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 325 μ.Χ. συνέβη στις 21 Μαρτίου, και το 1582 μ.Χ. είχε φτάσει να συμβαίνει στις 10 Μαρτίου, γεγονός που δημιουργούσε προβλήματα στον ακριβή καθορισμό του εορτασμού του Χριστιανικού Πάσχα σύμφωνα με τον όρο που είχε θεσπίσει η Οικουμενική Σύνοδος το 325 μ.Χ.

Η μετατόπιση αυτή της εαρινής ισημερίας είχε γίνει αντιληπτή από τον 8ο μ.Χ. αιώνα. Το 1324 μάλιστα ο μεγαλύτερος αστρονόμος του Bυζαντίου Νικηφόρος Γρηγοράς (ο αποκαλούμενος «φιλόσοφος» ) πρότεινε στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο τον Παλαιολόγο να κάνει κάποια μεταρρύθμιση, αλλά αυτός αρνήθηκε «δια τον φόβον συγχύσεως των αμαθών και μερισμού της Εκκλησίας».

 

 

Έναν αιώνα αργότερα, το 1450, ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός διαμόρφωσε ένα δικό του ημερολόγιο, το οποίο «αν εφηρμόζετο δεν θα υπήρχε η ανάγκη άλλης μεταρρυθμίσεως».

Το 14ο αιώνα ο βασιλιάς της Καστίλης Αλφόνσος Ι’ ο Σοφός (γνωστότερος ως συγγραφέας και αστρονόμος, στον οποίο αφιερώθηκαν οι περίφημοι αστρονομικοί «Αλφόνσιοι Πίνακες») πληροφορήθηκε από ομάδα αστρονόμων που είχε συγκεντρώσει ότι η διάρκεια του ηλιακού (τροπικού) έτους ήταν 365 ημέρες, 5 ώρες, 43 λεπτά και 12 δευτερόλεπτα, που είναι κατά 5 λεπτά και 34 δευτερόλεπτα, μόνο μικρότερη από τη σήμερα αποδεκτή.

Ο νέος αυτός υπολογισμός απέδειξε πλέον επίσημα την ανάγκη για τη διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου.

Ο Ρότζερ Μπέηκον υπολόγισε επίσης ότι το συσσωρευθέν λάθος είχε φτάσει στην εποχή του τις 8 ημέρες και πρότεινε ημερολογιακή μεταρρύθμιση στον πάπα Κλήμεντα Α’. Ο πάπας όμως πέθανε πριν προλάβει να κάνει τίποτα. Στις αρχές του 15ου αιώνα πολλοί ήταν αυτοί που ανακίνησαν και πάλι το θέμα του λάθους. Η σύνοδος μάλιστα της Βασιλείας το 1439 προετοίμασε και ανακοίνωση που όμως δεν εξεδόθη ποτέ.

Το 1474 ο πάπας Σίξτος Δ’ ανέθεσε στον περίφημο αστρονόμο Γιοχάνες Ρεγκομοντάνους την ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Δεν πρόλαβε όμως ούτε καν να αρχίσει την εργασία αυτή, γιατί πέθανε δηλητηριασμένος από τους εχθρούς του.

Η σύνοδος του Λατερανού ξανάπιασε το θέμα το 1524 χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 1545 η σύνοδος του Τρεντίνου ανέθεσε στον πάπα Παύλο Γ’ και κατόπιν στον πάπα Πιο Ε’ να κάνει τη μεταρρύθμιση, χωρίς όμως ούτε αυτοί να βρουν κάποια αποδεκτή λύση.

Τελικά η λύση βρέθηκε το 1572 τη χρονιά που εξελέγη πάπας ο Γρηγόριος ΙΓ’.

 

 

Με τη βοήθεια του αστρονόμου Λουίτζι Λίλιο, ο ιησουΐτης αστρονόμος Χριστόφορος Κλάβιους επεξεργάστηκε την παπική βούλα της ημερολογιακής μεταρρύθμισης που δημοσιεύτηκε επιτέλους το Φεβρουάριο του 1582.

Με τη μεταρρύθμιση η 5η Οκτωβρίου 1582 ονομάστηκε 15η Οκτωβρίου, για να διορθωθεί το λάθος των 10 ημερών, που είχε συσσωρευτεί στους προηγούμενους 11 αιώνες, και για να επιστρέψει η εαρινή ισημερία στην 21η Μαρτίου.

Για να μην επαναληφθεί το λάθος αυτό, ο Λίλιο διόρθωσε τον κανόνα του Ιουλιανού Ημερολογίου που όριζε ότι δίσεκτα είναι τα έτη που ο αριθμός τους διαιρείται με το 4 εξαιρουμένων των «επαιωνίων», τα έτη δηλαδή των αιώνων. Από αυτά όριζε ως δίσεκτα μόνον όσα έχουν αριθμό αιώνων που διαιρείται με το 4.

Με αυτή την τροποποίηση το έτος 1900 δεν ήταν δίσεκτο, ενώ αντίθετα το 2000 ήταν. Η τροποποίηση αυτή καθορίζει ότι κάθε 400 χρόνια θα έχουμε 97 μόνο δίσεκτα έτη, αντί των 100 δίσεκτων του Ιουλιανού Ημερολογίου, μια και το λάθος του Ιουλιανού είναι 3 ημέρες και 3 ώρες περίπου κάθε 400 χρόνια.

Φυσικά με αυτό τον τρόπο διορθώνουμε μεν το λάθος των τριών ημερών, παραμένει όμως ένα λάθος περίπου τριών ωρών κάθε 400 χρόνια που θα συσσωρευτεί σε μία περίπου ημέρα μετά την πάροδο περίπου 4.000 χρόνων.

 

Το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, όπως ονομάστηκε προς τιμή του πάπα Γρηγορίου ΙΓ’, είναι αυτό που χρησιμοποιείται πλέον επίσημα από το μεγαλύτερο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, παρόλο που δεν έγινε αμέσως ή εύκολα αποδεκτό απ’ όλους.

Εν τούτοις πολλοί λαοί χρησιμοποιούν παράλληλα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, για πολιτικούς κυρίως λόγους, και το δικό τους αυτόχθονο ημερολόγιο για τις θρησκευτικές τους εορτές.

Οι Εβραίοι, για παράδειγμα, χρησιμοποιούν ένα σεληνιακό ημερολόγιο που χωρίζεται σε 12 μήνες των 29 ή 30 ημερών ανάλογα με τις φάσεις της Σελήνης. Κάθε 19 χρόνια όμως προστίθεται ένας επί πλέον μήνας στο έτος για να φέρει το ημερολόγιο να συμφωνεί με το ηλιακό έτος.

Αντίθετα στην περίπτωση του Αραβικού-Μουσουλμανικού ημερολογίου, που κι αυτό είναι σεληνιακό με διάρκεια 354 ημερών, δεν προστίθεται ποτέ κάποιος επί πλέον μήνας με αποτέλεσμα οι διάφορες θρησκευτικές εορτές των Μουσουλμάνων να μετακινούνται δια μέσου των εποχών. Το γεγονός αυτό οδηγεί το ημερολόγιο να αρχίζει 10 έως 12 ημέρες νωρίτερα του προηγουμένου σε σχέση με το ηλιακό έτος.

Η Πρωτοχρονιά δηλαδή των Μουσουλμάνων είναι πάντα η πρώτη ημέρα του μήνα τον οποίον ονομάζουν «Μουχαράμ». Αλλά και στη χρονολόγηση υπάρχει διαφορά, αφού οι Μουσουλμάνοι ξεκινούν την αρίθμηση των ετών τους από το έτος της «Εγίρας», δηλαδή την 16η Ιουλίου του 622 μ. Χ. στο Ιουλιανό ημερολόγιο.

Η ημέρα αυτή είναι η συμβατική ημέρα της αναχώρησης του Μωάμεθ από την Μέκκα προς την γειτονική πόλη της Μεδίνας για να γλιτώσει από μία συνωμοσία εναντίον του. Την ημέρα αυτή γιορτάζεται και η Πρωτοχρονιά των Μουσουλμάνων.

 

 

Στην Ιαπωνία γιορτάζονταν ανέκαθεν η φύση, όπως για παράδειγμα, η ημερομηνία άνθισης των κερασιών. Το ημερολόγιό τους ήταν παρόμοιο με το Κινεζικό και χωρίζονταν σε 24 δεκαπενθήμερες περιόδους και ήταν συνδεδεμένο με τις αγροτικές τους εργασίες.

Από το 1873 όμως η Ιαπωνία εισήγαγε το Γρηγοριανό ημερολόγιο με διαφορετική όμως χρονολόγηση που συνεχίζεται από το 660 π. Χ. Πολλοί, επίσης, λαοί την νοτιοανατολικής Ασίας χρησιμοποιούν το σεληνο-ηλιακό Βουδιστικό ημερολόγιο 12 μηνών 29 ή 30 ημερών με ένα δίσεκτο μήνα 30 ημερών που προστίθεται σε κανονικά διαστήματα. Και σ’ αυτές όμως τις περιπτώσεις αλλάζει κι εδώ η χρονολόγηση.

Με βάση αυτά τα δεδομένα το νέο έτος 2017 είναι το έτος 4714 για τους Κινέζους, το 1437 για τους Μουσουλμάνους, το 1395 για τους Πέρσες, το 5777 για τους Εβραίους, το 2765 για τους Αιγύπτιους, το 1466 για τους Αρμένιους, το 1733 για τους Κόπτες, το 2009 για τους Αιθίοπες, το 5117 για τους Ινδουιστές, και το έτος 225 από την Γαλλική Επανάσταση. Διαλέγετε και παίρνετε!

Δείτε επίσης