του Διονύση Σιμόπουλου: Επίτιμου Διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου.

Παρ’ όλο που σήμερα γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου δεν πρέπει να είναι αυτή η ημερομηνία που γεννήθηκε ο Χριστός. Υπάρχουν μάλιστα αρκετές ενδείξεις που μας πείθουν ότι ο προσδιορισμός της 25ης Δεκεμβρίου ως ημέρας εορτασμού των Χριστουγέννων δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την αντίληψη των πρώτων Πατέρων της εκκλησίας για την πραγματική ημέρα ή εποχή της γέννησης του Χριστού.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι η 25η Δεκεμβρίου ήταν ημέρα εορτασμού πολλών και διαφόρων εθνικών ή ειδωλολατρικών θρησκειών, γιατί έχει μία σπουδαία αστρονομική σημασία. Στην εποχή μας δηλαδή ο Ήλιος βρίσκεται στο νοτιότερο ύψος του στις 22 Δεκεμβρίου.

Επί έξι μήνες, κάθε μέρα χαμηλώνει όλο και περισσότερο στον ουρανό ανατέλλοντας όλο και πιό αργότερα και δύοντας καθημερινά ενωρίτερα. Μετά τις 22 Δεκεμβρίου όμως, ο Ήλιος αρχίζει σιγά-σιγά να αναρριχάται και πάλι στον ουρανό, και οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν. Ετσι, τα μεσημέρια ο Ήλιος φαίνεται όλο και πιό ψηλότερα στον ουρανό.

Ονομάζουμε την 22α Δεκεμβρίου ημέρα της “χειμερινής τροπής του Ηλίου”, οπότε ο Ήλιος σταματάει την προς Νότο κίνησή του και τρέπεται στην αντίθετη φορά, προς Βορρά. Η ημέρα αυτή επισημαίνει επίσης την αρχή της εποχής του χειμώνα. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι.

 

 

Το πρόβλημα αρχίζει με το Ιουλιανό Ημερολόγιο που εισήγαγε ο Ιούλιος Καίσαρ το 44 π.Χ. που είχε όμως κι αυτό τις δικές του ατέλειες γιατί έχανε μία ημέρα κάθε 128 χρόνια.

Το Ιουλιανό λοιπόν ημερολόγιο είχε θεσπίσει την “χειμερινή τροπή του Ηλίου”, το χειμερινό δηλαδή ηλιοστάσιο, στις 25 Δεκεμβρίου, αλλά με την πάροδο των ετών το προστιθέμενο μικρό λάθος είχε μεταθέσει την πραγματική ημερομηνία της χειμερινής τροπής.

Ετσι λοιπόν το 325 μ.Χ. το έτος που έγινε η Σύνοδος της Νικαίας, η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 22 Δεκεμβρίου. Η μετάθεση όμως του Χειμερινού Ηλιοστασίου συνεχίστηκε χωρίς να διορθωθεί μέχρι και το έτος 1582, οπότε η χειμερινή τροπή συνέβαινε στις 12 Δεκεμβρίου.

Τότε ο Πάπας Γρηγόριος 13ος εισήγαγε μία νέα μεταρρύθμιση, γι’ αυτό και το νέο ημερολόγιο, αυτό που χρησιμοποιούμε σήμερα, ονομάζεται Γρηγοριανό, και χάνει μία μόνον ημέρα στα 4.000 χρόνια. Για να γίνει μιά καινούρια αρχή, η Γρηγοριανή μεταρρύθμιση έτρεψε τη θέση του ημερολογίου προς τα εμπρός με βάση το έτος της Συνόδου της Νικαίας και όχι το έτος εισαγωγής του Ιουλιανού ημερολογίου, το 44 π.Χ.

Γι’ αυτό και το Χειμερινό Ηλιοστάσιο συμβαίνει σήμερα στις 22 Δεκεμβρίου, και ο πρωταρχικός λόγος για τον εορτασμό της 25ης Δεκεμβρίου έχει πιά χαθεί.

 

 

Επειδή λοιπόν οι πρώτοι χριστιανοί ήσαν εκτός νόμου στη Ρώμη, και δεν τους επιτρεπόταν να συναντιούνται ή να εκκλησιάζονται μαζί οι συναντήσεις τους γίνονταν κρυφά και σε μικρές ομάδες στις κατακόμβες τους, όπου και τελούσαν τις θρησκευτικές τους εορτές. Οι διωγμοί ήσαν τρομεροί, όπως αναφέρει άλλωστε και οι Τάκιτος: “Ο Νέρων υπέβαλε εις εκτάκτους τιμωρίας εκείνους, ούς δια τας αισχρουργίας μισουμένους, ο λαός εκάλει Χριστιανούς… Και κατέστησαν υποκείμενον παιδιάς οι μελλοθάνατοι, οίτινες δια δερμάτων θηρίων κεκαλυμμένοι εισπράχθησαν υπο των κυνών ή εσταυρώθησαν ή εκάησαν χρησιμεύσαντες ως νυκτερινόν φώς.”

Για να αποφύγουν, λοιπόν, τους διωγμούς αποφάσισαν να γιορτάζουν τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου, όταν οι Ρωμαίοι ήσαν απασχολημένοι με τις δικές τους γιορτές των Σατουρναλίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο ήλπιζαν να μην ανακαλυφτούν από τους εορτάζοντες Ρωμαίους.

Οι διάφορες πρωτοχριστιανικές εκκλησίες γιόρταζαν πάντως τα Χριστούγεννα σε διαφορετικές ημερομηνίες, μερικές μάλιστα δεν τα γιόρταζαν καθόλου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, είναι ο πρώτος που αναφέρει την εορτή των Χριστουγέννων. Στη μνεία που κάνει μας πληροφορεί ότι μερικοί εόρταζαν τα Χριστούγεννα στις 20 Μαΐου, άλλοι στις 19 ή 20 Απριλίου.

Ενώ ο ίδιος ο Κλήμης γιόρταζε τα Χριστούγεννα στις 17 Νοεμβρίου. Εκτός από αυτές τις ημερομηνίες, άλλες μαρτυρίες μας πληροφορούν ότι ο εορτασμός των Χριστουγέννων ετελείτο επίσης και στις 25 Μαρτίου και στις 29 Σεπτεμβρίου. Σε τι στοιχεία όμως βάσιζαν τον εορτασμό στις ημερομηνίες αυτές είναι σήμερα πιά άγνωστο.

 

 

Μεταξύ των ετών 212 και 221 μ. Χ. ένας εκχριστιανισμένος Ρωμαίος στρατιωτικός, ο Σίξτος Ιούλιος Αφρικανός προσπάθησε να συνδυάσει τη θρησκευτική και την πολιτική ιστορία, στο σύγγραμμά του “Χρονικά”. Σ’ αυτό του το σύγγραμμα συνδύασε ορισμένες περικοπές της Παλαιάς Διαθήκης: [“εγώ άγω τον δούλον μου Ανατολήν” (Ζαχ. γ’ 8) και “ιδού ανήρ ανατολή όνομα αυτώ και υποκάτωθεν αυτού ανατελεί και οικοδομήσει τον οίκον Κυρίου” (Ζαχ.στ’ 12) και “ανατελεί υμίν τοις φοβουμένοις το όνομά μου Ήλιος δικαιοσύνης” Μαλ.δ’ 2] με τη χειμερινή τροπή του Ήλιου, και απαυτές τις περικοπές θεώρησε φυσικό να οριστεί η 25η Δεκεμβρίου σαν ημέρα των Χριστουγέννων.

Οι περισσότερες όμως πρωτοχριστιανικές εκκλησίες συνεόρταζαν τα Χριστούγεννα, “υπο την καθολικωτέραν επίκλησιν Επιφάνεια”, στις 6 Ιανουαρίου μαζί με την επίσης μεγάλη Δεσποτική γιορτή του Βαπτίσματος. Κατά την άποψη των Πατέρων της Εκκλησίας, ο εορτασμός στην ημερομηνία αυτή στηριζόταν στην περικοπή του Ευαγγελιστή Λουκά, που αναφέρει ότι κατά τη Βάπτιση “αυτός ήν ο Ιησούς ωσεί ετών τριάκοντα αρχόμενος” (γ’ 23) από την οποίαν συνάγεται ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε την ημέρα των γενεθλίων του.

Η 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού των Χριστουγέννων καθορίστηκε αργότερα, όταν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Κύριλλος (350-386) έγραψε στον Πάπα της Ρώμης Ιούλιο (337-352), παρακαλώντας τον να ψάξει στα σωζόμενα στη Ρώμη Ιουδαϊκά αρχεία με την ελπίδα να βρει και να καθορίσει ακριβώς την ημερομηνίας της Γέννησης.

Κατά την παράδοση αυτή του 8ου αιώνα ο Πάπας Ιούλιος “συναγαγών πάντα τα συγγράμματα και αχθέντα εις Ρώμην εύρε σύγγραμμά τι Ιωσήπου του Χρονογράφου, συγγραφέν παρ’ αυτού…ότι τη 9η του Σπέτ, Δεκεμβρίου 25, εγένετο η γέννησις του Χριστού…και ούτως κατέθετο ο Ιούλιος ο Ρώμης πατριάρχης”.

 

 

Άλλη εκδοχή για τον καθορισμό της 25ης Δεκεμβρίου ως ημέρα γέννησης του Χριστού αναφέρει ότι χρησιμοποιήθηκε ο χρόνος της ιερατείας του Ζαχαρία, που ήταν πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή. Κατά την εκδοχή αυτή η ιερατεία του Ζαχαρία συνέπεσε τον μήνα Σεπτέμβριον, οπότε και η “σύλληψις του Προδρόμου τη 25 Σεπτεμβρίου, ήν πανηγυρίζει η εκκλησία ως απαρχήν των εφεξής τελεσθέντων μεγάλων μυστηρίων της απολυτρώσεως ημών”, η δε γέννηση του στις 25 Ιουνίου, αμέσως δηλαδή μετά την καλοκαιρινή τροπή του Ηλίου οπότε οι ημέρες αρχίζουν να μικραίνουν.

Με βάση λοιπόν την γέννηση του Ιωάννη, και με το λεγόμενο από τον Ιωάννη για τον Ιησού Χριστό “εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελλατούσθαι” (Ιων.γ’ 30) καθορίστηκε η γέννηση του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου, επειδή μετά την χειμερινή τροπή του Ηλίου οι ημέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν.

Σήμερα λοιπόν θεωρείται ότι ο κύριος λόγος που έκανε την εκκλησία να προσδιορίσει τον εορτασμό των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου είναι η προσπάθεια των Πατέρων, όπως αναφέρει ο Πάπας Γρηγόριος ο Α’ «να μετατραπούν βαθμιαίως αι εορταί των εθνικών εις Χριστιανικάς».

Η 25η Δεκεμβρίου ήταν για τη Ρώμη η κεντρική εορτή της γέννησης του «αηττήτου ηλίου», η γνωστή σαν Dies Natalis Invicti.  Παράλληλα οι αρχαίοι Έλληνες γιόρταζαν τα Κρόνια (αφιερωμένα στον Κρόνο) και τα Διονύσια, καθώς επίσης και τα θεοφάνεια ή επιφάνεια του ηλιακού θεού Φοίβου-Απόλλωνα.

 

Δείτε επίσης