Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται στη ζωή για να φύγουν νωρίς; Πού ζουν ανάμεσά μας αλλά ταυτόχρονα λάμπουν σαν φωτεινά μετέωρα στον ουρανό μας; Και που όταν τελικά προσκρούουν στη Γη και σβήνουν για πάντα, αφήνουν πίσω τους τη λάμψη της φλόγας τους να μας τους θυμίζει;

Φαίνεται πως ναι, υπάρχουν. Δεν έχει σημασία από που προέρχονται. Μπορεί να μεγάλωσαν σε φτωχογειτονιές, μπορεί και σε παλάτια. Αλλά μέσα τους “κατοικεί” αυτό το κάτι, που τους κατακαίει. Τους τρέφει αλλά και τους καταστρέφει. Τους ανυψώνει αλλά και τους βροντά με πάταγο στο χώμα, ως υπόμνηση τής θνητότητάς τους. Η οποία συνήθως έρχεται νωρίς…

 

 

Επίσης μπορεί να κινούνται σε διάφορους χώρους. Συνήθως είναι οι “διασκεδαστές μας”, εκείνοι που μας κάνουν να χαιρόμαστε, να ερωτευόμαστε, να πονάμε, να αισθανόμαστε ζωντανοί.  Εκείνοι που τραγουδούν, που χορεύουν, που υποδύονται ρόλους, που ντιμπλάρουν στα γήπεδα του κόσμου με περίσσια χάρη.

Ο Billie Jean που έμεινε για πάντα παιδί, ο “μοβ πρίγκηπας”, ο George Michael. Που έφυγε από την ζωή, όχι Last Christmas, αλλά This Christmas. Ως ένα είδος σαρκασμού απέναντι σε μια ανιαρή πραγματικότητα…

Θα βρεθούν οι κήνσορες. Οι τιμητές της κανονικότητας. Που θα υψώσουν το δάκτυλο και θα μιλήσουν για αυτοκαταστροφή, τελειώνοντας με ένα “τι περίμενες”; Και που, μετά, θα αποσυρθούν και πάλι πίσω από την κουρτίνα, στο ανήλιαγο δωμάτιο τής κανονικής ζωής τους…

 

 

Αλλά οι δαιμονισμένοι άγγελοι της ποπ κουλτούρας, τα παιδιά που δεν έγιναν άντρες ( ή αντίθετα, έγιναν πρόωρα, πιο γρήγορα από “το κανονικό” ) δεν είχαν ποτέ τον χρόνο να ασχοληθούν με τα τετριμμένα του βίου. Και, κατά βάθος, μάλλον ήξεραν.

Ότι η απόλυτη παράδοσή τους στις ευαισθησίες και τους πειρασμούς, η παράδοση που τούς πρόσφερε ταυτόχρονα και τη δυνατότητα να αποτυπώσουν, ο καθένας στον τομέα του, την πολυχρωμία της ζωής, θα είχε και το τίμημά τους.

Ήταν άλλωστε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ιδιαιτέρως ευφυείς. Επειδή δεν κοιτούσαν το δένδρο, ούτε καν το δάσος. “Κοιτούσαν” την απέραντη βαθιά μπλε θάλασσα που εκτεινόταν πέρα από αυτό…

Ο Τζορτζ Μπεστ δεν έπαιζε ποδόσφαιρο με τον αντίπαλο, έπαιζε με τον εαυτό του και με τον κόσμο. Ετρεχε με γρήγορα αμάξια και κάθε βράδυ μια καινούρια Μις Υφήλιος ζέσταινε το κρεβάτι του. Και έπινε. Επινε πολύ. Κι όποτε τού έλεγαν να το κόψει γιατί θα τον σκότωνε, εκείνος δεν το έκανε.  Δεν ήθελε; Δεν μπορούσε; Ποιός ξέρει.

 

 

Ήταν το τίμημα -που ήξερε- ότι κάποια στιγμή θα καλούνταν να πληρώσει στους θεούς που τον προίκισαν με μοναδική και απαράμιλλη ποδοσφαιρική χάρη.

Ο Μάικλ Τζάκσον, το ίδιο. Όπως κι ο Τζέιμς Ντιν. Η Μέριλιν. Ο Πρινς. Ο Κρόιφ. Ο Τάρπλεϊ. Ο Μπάουι. Η Εϊμι. Ο Κομπέιν. Και πλήθος άλλοι.

Πού πάνε τα είδωλα όταν μεγαλώσουν; Κάνουν οικογένειες, παιδιά, εγγόνια; Όχι. Απλώς, συντρίβονται στη Γη. “Μας φωτίζουν” όσο αντέχουν, και μετά, αρνούμενα να παραδοθούν στη φθορά, περίλαμπρα καταρρέουν.

Γι’αυτό, μην λυπάστε τους έκπτωτους αγγέλους της ποπ κουλτούρας. Μια δική τους -σύντομη- ζωή, εκατό “κανονικές” δικές μας… 

 

 

Δείτε επίσης