Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

ΝΕΤΟ ΓΚΟΥΕΡΙΝΟ:

«Ο κόσμος μάς έδινε ενέργεια»

-Πώς είναι να αγωνίζεσαι ως παίκτης του ΠΑΟΚ στην Τούμπα:

«Ηρθα στον ΠΑΟΚ από την Ατλέτικο Μινέιρο, το γήπεδο της οποίας είχε 80.000 κόσμο. Φορούσα κι εκεί ασπρόμαυρα, οπότε αυτό ίσως συνετέλεσε να προσαρμοστώ πιο γρήγορα στον ΠΑΟΚ! Πάντως μάλλον ταίριαξε και το βραζιλιάνικο ταπεραμέντο μου με αυτό των φιλάθλων του ΠΑΟΚ. Τότε η Τούμπα είχε περισσότερους φιλάθλους από σήμερα αφού δεν υπήρχαν οι καρέκλες, και ειδικά στα ντέρμπι γινόταν χαμός, μαζευόταν 45.000 κόσμος! Η πιο έντονη στιγμή μου στον ΠΑΟΚ ήταν το 1976, όταν κατακτήσαμε το πρωτάθλημα. Τέσσερις αγωνιστικές πριν λήξει το πρωτάθλημα παίζαμε εντός έδρας με την ΑΕΚ. Αν δεν νικούσαμε, όλα παίζονταν, η κατάκτηση του τίτλου δεν ήταν εξασφαλισμένη.

Στο πρώτο ημίχρονο χάσαμε ένα πέναλτι με τον Σταύρο τον Σαράφη και μέχρι το 89′ υπήρχε αγωνία. Ο κόσμος είχε σηκωθεί όρθιος και κρατούσε τα φελιζόλ στα χέρια. Τότε σκόραρα εγώ και μετά…ξέφυγα! Ανέβηκα πάνω στα κάγκελα και πανηγύριζα μαζί με τους φιλάθλους. Ηταν ένα είδος ανταπόδοσης γιατί ο κόσμος μάς έδινε πολλή ενέργεια, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για την ψυχολογία ενός ποδοσφαιριστή. Οσο για το ποδόσφαιρο, νομίζω ότι εκείνη την εποχή υπήρχαν περισσότεροι τεχνίτες ποδοσφαιριστές, όπως ο Δεληκάρης, ο Δομάζος, ο Δαβουρλής. Αλλά κι ο ΠΑΟΚ είχε μια πολύ καλή ομάδα, πολύ δεμένη, λειτουργούσε σαν παρέα. Στα 10 χρόνια που έπαιξα εγώ στον ΠΑΟΚ, ο Ολυμπιακός δεν μας κέρδισε στην Τούμπα ποτέ!

 

 

 

Αισθανόσουν ότι είχες μια υποχρέωση απέναντι σε όσους θα συναντούσες την άλλη μέρα στη Θεσσαλονίκη, η οποία, όπως ξέρετε, είναι ένα πολύ μεγάλο χωριό. Και τώρα ο κόσμος είναι κοντά στην ομάδα. Κάποιες φορές βέβαια υπάρχουν παρατράγουδα αλλά αυτό νομίζω ότι έχει να κάνει με το ότι άλλαξε πλέον και η κοινωνία που ζούμε. Για τη φετινή χρονιά χρειαζόμαστε ένα δυνατό ντεμαράζ αφού είμαστε 7 βαθμούς από την κορυφή αλλά πιστεύω ότι η ομάδα μπορεί να το κάνει».

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΓΚΑΝΗΣ:

«Το μόνο γήπεδο στο οποίο αισθάνθηκα φόβο»

 

-Πώς είναι να αγωνίζεσαι αντίπαλος του ΠΑΟΚ στην Τούμπα;

«Η Τούμπα ήταν το μόνο γήπεδο το οποίο “αισθανόμασταν” όταν παίζαμε εκτός έδρας. Αυτό βέβαια σε συνδυασμό με την καλή ομάδα που είχε Ο ΠΑΟΚ, με αποτέλεσμα όλα να είναι πιεστικά: ο κόσμος, η ομάδα, τα πάντα. Εγώ έπαιζα από το ’77 αντίπαλος με τον ΠΑΟΚ, με την Καστοριά. Η πιο έντονη ανάμνηση που έχω ήταν όταν, σε έναν αγώνα, ενώ βρισκόμουν λίγο πιο έξω από την εστία μου, άκουσα ένα αντικείμενο που εκτοξεύτηκε από την κερκίδα να χτυπάει στο δοκάρι. Προσωπικά δεν επηρεαζόμουν ιδιαίτερα αλλά ομολογώ ότι ένας φόβος υπήρχε. Υπήρχαν φορές που πήραμε το χειροκρότημα των φιλάθλων αλλά και άλλες που προπηλακιστήκαμε.

 

Εχω την αίσθηση ότι στα χρόνια που ακολούθησαν, κάπως και η αστυνόμευση βελτιώθηκε αλλά και το επίπεδο των φιλάθλων ανέβηκε, τα πράγματα έγιναν καλύτερα για τον ποδοσφαιριστή. Τότε ήταν λίγο πιο βάρβαρες οι εποχές. Προσωπικά είχα φίλους στον ΠΑΟΚ, τον Ιωσηφίδη, τον Γούναρη, τον Κούδα και άλλα παιδιά. Και σε πολλές περιπτώσεις, όταν χρειαζόταν, μας βοηθούσαν να μην μας προπηλακίσουν οι φίλαθλοι. Τα τελευταία χρόνια, το γεγονός ότι ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός κ.ά. περνούν αλώβητοι από την Τούμπα είναι ενδεικτικό της ανωτερότητας των ομάδων τους. Βέβαια ο κόσμος του ΠΑΟΚ δεν εγκατέλειψε ποτέ τη δική του ομάδα, είναι και σήμερα πολύ κοντά της. Απλώς, πλέον ο ΠΑΟΚ δεν είναι τόσο καλός όσο εκείνα τα χρόνια, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο βάρος του ονόματός του».

 

 

 

ΑΓΑΠΙΟΣ ΣΑΧΙΝΗΣ:

«Απάντηση στο καθεστώς του ΠΟΚ»

– Πώς είναι να είσαι στις κερκίδες της Τούμπας σε ντέρμπι με τον Ολυμπιακό;

«Γεννήθηκα στην Τούμπα αλλά το πρώτο γήπεδο που πήγα να δω τον ΠΑΟΚ ήταν στο Σιντριβάνι. Η οικογένειά μου καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και ο ΠΑΟΚ αντιπροσώπευε την προσφυγιά. Οταν στηνόταν το γήπεδο της Τούμπας, ο καθένας πρόσφερε ό,τι μπορούσε. Να φανταστείτε ότι τα πρώτα δοκάρια που ήταν ξύλινα τα έκανε στο ξυλουργείο ο αδερφός του πατέρα μου. Υπήρξε πολλή προσωπική δουλειά των ανθρώπων του συλλόγου, χαρακτηριστικό στοιχείο της αλληλεγγύης που διέκρινε την προσφυγιά στην προσπάθειά της να υπερνικήσει τις δυσκολίες και να ριζώσει. Ετσι μπόρεσε και πάτησε η προσφυγιά στα πόδια της: με τη συνεργασία, τη συμπαράσταση, τον συλλογικό αγώνα. Κι έτσι πάτησε στα πόδια του και ο σύλλογος. Ακούω ιστορίες από εκείνη την εποχή, ότι το διοικητικό συμβούλιο της ομάδας έβαζε “ρεφενέ” για να κάνει μεταγραφές. Κι έτσι μπόρεσε κι ο ΠΑΟΚ, που δεν είχε το προηγούμενο του Αρη και του Ηρακλή, να φτιάξει γήπεδο και να προχωρήσει.

Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά εκείνη την εποχή, πριν το παιχνίδι της πρώτης ομάδας, έπαιζαν μεταξύ τους οι έφηβοι των ομάδων. Και το γήπεδο ήταν γεμάτο για να τους παρακολουθήσει. Τότε έπαιζαν με τους εφήβους, ο Κούδας, ο Αποστολίδης κ.ά. Γίνονταν φοβερά παιχνίδια, υπήρχε αυτό που λείπει σήμερα: η υποδομή. Εβλεπες στους έφηβους “το αύριο” της πρώτης ομάδας. Ηταν μια φουρνιά παικτών μεγάλης κλάσης που βγήκαν από τα εφηβικά. Προπονητής στα εφηβικά ήταν ο θρυλικός Βίλι.

 

Εγώ έπαιζα μπάλα αλλά όταν ήταν να παίξω στον ΠΑΟΚ, με “παίξανε”, με στείλανε εξορία… Οσο ήμουν στην εξορία προσπαθούσα να κρατήσω επαφή, μέσα απ’ ό,τι άκουγα από τα ραδιόφωνα, τις εφημερίδες κ.ά.

Τότε ο Ολυμπιακός όποτε ανέβαινε στη Θεσσαλονίκη έχανε. Αυτό οφειλόταν στην προσπάθεια “αρπαγής” του Κούδα. Αν και, κατά την άποψή μου, με την περίπτωση του Κούδα απλώς ξεχείλισε το ποτήρι. Ολη η αγανάκτηση του κόσμου επικεντρώθηκε εκεί. Η αδικία από το κράτος των Αθηνών ήταν τεράστια. Ολοι μιλούν για τον Μαντζαβελάκη, τον τότε πρόεδρο του Παναθηναϊκού αλλά δεν μιλούν για το βαλιτσάκι του. Το βαλιτσάκι του Μαντζαβελάκη. Μεγάλος παράγοντας του Παναθηναϊκού ο Μαντζαβελάκης, βεβαίως, αλλά πιο μεγάλο το βαλιτσάκι του…

Το ΠΟΚ ήταν ένα διαμορφωμένο καθεστώς και ο Ολυμπιακός ήταν από τις κορυφαίες ομάδες του. Ετσι, κορυφώθηκε η ιστορία με τον Κούδα, προσωποποιήθηκε η κόντρα, συσπειρώθηκε ένας κόσμος ενάντια σε αυτήν την πολιτική του ΠΟΚ. Συνέπεσε να έχει εκείνη την περίοδο ο ΠΑΟΚ μια εκπληκτική ομάδα που κυριολεκτικά “τσάκιζε κόκαλα”, παρ’ όλα αυτά το ΠΟΚ πάλι του έκλεψε κάποια πρωταθλήματα. Ο ΠΑΟΚ έπαιζε τέτοια μπάλα εκείνη την εποχή, που έρχονταν Αθηναίοι για να τον δουν να παίζει στη Θεσσαλονίκη.

 

 

 

Ημουν στις κερκίδες της Τούμπας σε πολλά ματς με τον Ολυμπιακό. Τι να πω; Οτι ήμουν ο άγγελος της κερκίδας; Εκείνος που προσπαθούσε να βάλει τους υπόλοιπους σε τάξη; Θα ήταν υποκρισία να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Είχα κι εγώ “τα μυαλά στα κάγκελα”… Υπήρχε έντονο κλίμα, το αίσθημα της αδικίας ήταν αυτό που αισθανόταν ο φίλαθλος. Βλέπω τώρα όλους αυτούς που βγαίνουν στα κανάλια και κάνουν τους καθηγητές διαιτησίας και λέω “λίγη ντροπή, ρε παιδιά”. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν όχι χειρούργοι, χασάπηδες. Κι επιχειρούν σήμερα να δώσουν μαθήματα διαιτησίας και ευ αγωνίζεσθαι… Και όλοι τους είναι ή παιδιά εκείνων των διαιτητών ή έχουν κάνει κι αυτοί οι ίδιοι τα δικά τους “χειρουργεία”. Το λιγότερο που θα έπρεπε, αν ήθελαν να είναι αξιοπρεπείς, είναι να μείνουν σιωπηλοί. Και ιδιαίτερα να μην μιλάνε για τις ομάδες της περιφέρειας. Αυτοί έγιναν διαιτητές ή καθηγητές διαιτησίας διότι προσκύνησαν το καθεστώς των Αθηνών. Το προσκύνησαν και το υπηρέτησαν.

Ο ΠΑΟΚ με την ομάδα που είχε τότε ήταν ο εκφραστής του συνόλου όχι μόνο των φιλάθλων της ομάδας αλλά όλης της περιφέρειας. Εξέφραζε το αίσθημα του παραγκωνισμένου, εκείνου που τον άφηναν “έξω από το παιχνίδι”. Εβλεπε ο απλός φίλαθλος, και του Αρη και του Ηρακλή και της Καλαμαριάς και της Δόξας Δράμας, τον αδικημένο της περιφέρειας ΠΑΟΚ να θριαμβεύει απέναντι στο αργυρώνητο ΠΟΚ.

 

 

 

Φυσικά υπάρχει πλέον μία θεμελιώδης διαφορά: ότι τότε ο άλλος έπαιζε για μια πορτοκαλάδα και τη φανέλα, ενώ σήμερα είναι σε πολλά εισαγωγικά “εθνικό πρωτάθλημα και ελληνικό ποδόσφαιρο”. Σήμερα μιλάμε για λεγεώνες και συνταξιούχους που έρχονται εδώ για να συμπληρώσουν τα ένσημά τους. Και οι νεαροί παίκτες των ελληνικών εθνικών ομάδων παίρνουν στις ομάδες τους ελάχιστο χρόνο. Κι αυτό που βλέπουμε πια είναι εταιρείες οι οποίες απλώς έχουν νοικιάσει τα ονόματα των ομάδων προκειμένου να μαζεύουν “τις ομάδες του ΟΗΕ” και να παίζουν ποδόσφαιρο. Και υπάρχει κι αυτός ο εσμός των μανατζαρέων που είναι ό,τι χειρότερο έχει προκύψει στον αθλητισμό, στο ποδόσφαιρο, στον κλασικό αθλητισμό, παντού.

 

 

 

Σήμερα η φανέλα είναι το συμβόλαιο. Πάνε οι ομάδες, πάνε τα σύμβολα, πάνε οι ιστορίες, πάνε περίπατο όλα. Κι εγώ λυπάμαι ιδιαίτερα για τις ομάδες που έχουν ενσωματώσει στην ιστορία τους ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου, όπως είναι ο Απόλλων Καλαμαριάς, ο ΠΑΟΚ. Και φοβάμαι ότι οι ποδοσφαιρικές ομάδες μας, με τη μετατροπή τους σε…ομάδες του ΟΗΕ, ξεχνούν την ιστορία τους. Ηδη οι ιθύνοντες των διεθνών διοργανώσεων, ξεκινώντας από τον Πλατινί, λένε ότι “αυτόν τον καπιταλισμό του ποδοσφαίρου πρέπει να τον ανατρέψουμε”. Και ο Πλατινί δεν είναι κομμουνιστής. Απλώς συνειδητοποιεί τη νοσηρή κατάσταση που επικρατεί.

Σήμερα στο συμβόλαιο του ποδοσφαιριστή βάζουνε σε πόσες επιδείξεις μόδας θα πάει, σε πόσα εγκαίνια αντιπροσωπειών αυτοκινήτων και όχι αθλητικά θέματα. Ο αθλητής είναι πλέον ένα σκέτο προϊόν, χωρίς ανθρώπινη υπόσταση. Τίποτε άλλο».

Δείτε επίσης