Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

των: Διονύση Σιμόπουλου και Αλέξη Δεληβοριά.

Η θυσία των 7 αστροναυτών του Διαστημικού Λεωφορείου «Κολούμπια» στο βωμό της επιστήμης την 1η Φεβρουαρίου 2003, είναι ευνόητο ότι έχει στερήσει από τα αγαπημένα τους πρόσωπα την φυσική τους παρουσία. Η μνήμη όμως των πρωτοπόρων αυτών του Διαστήματος και η προσφορά τους στην προσπάθεια του ανθρώπου να φτάσει στα άστρα θα μείνει ανεξίτηλα γραμμένη στην ιστορία των ανθρώπινων εξερευνήσεων.

Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι η θυσία αυτή είναι μέσα στο πρόγραμμα, όσο «κυνικό» κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως μια τέτοια διαπίστωση. Γιατί το Διάστημα και τα διαστημικά ταξίδια δεν έχουν γίνει ακόμη θέμα ρουτίνας όσο κι αν εμείς, οι απλοί πολίτες αυτού του πλανήτη, νομίζουμε ότι το Διάστημα κατακτήθηκε εδώ και δεκαετίες.

Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή, κι έχουμε απλώς αρχίσει να κάνουμε τα πρώτα μας βήματα στον απέραντο ωκεανό του Διαστήματος. Σ’ έναν ωκεανό που είναι «απείρως» μεγαλύτερος από τους ωκεανούς που γνωρίζουμε μέχρι τώρα πάνω στη Γη.

Γι’ αυτό αυτού του είδους οι τραγωδίες θα συμβούν και στο μέλλον, όπως συνέβησαν και στο παρελθόν.

Πάρτε για παράδειγμα το πρώτο μεγάλο δυστύχημα στις αρχές του Διαστημικού προγράμματος στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Παρ’ όλες τις ελπίδες και τις προόδους που είχαν επιτευχθεί μέχρι τότε, το πρόγραμμα «Απόλλων» άρχισε κι αυτό με μια τραγωδία.

 

 

Στις 27 Ιανουαρίου 1967, ένα μήνα πριν από την πρώτη πρoγραμματισμένη του πτήση και ενώ το διαστημόπλοιο βρισκόταν στην διαστημική εξέδρα για μία εικονική εκτόξευση, μια απρόσμενη πυρκαγιά στο εσωτερικό του στοίχισε τη ζωή των αστροναυτών Βέρτζιλ Γκρίσομ, Έντουαρντ Γουάιτ και Ρότζερ Τσάφι, που θα αποτελούσαν το πρώτο του πλήρωμα.

Το γεγονός αυτό οδήγησε τη ΝΑΣΑ σε αναδιοργάνωση, σε αυστηρότερες προδιαγραφές κατασκευών και καθυστέρηση του όλου χρονοδιαγράμματος πτήσεων για 20 περίπου μήνες μέχρι την 11η Οκτωβρίου του 1968. Μερικούς μήνες αργότερα έγινε και η πρώτη ανθρώπινη βόλτα στο Φεγγάρι, στις 20 Ιουλίου 1969, με την επανδρωμένη αποστολή του «Απόλλων 11» πάνω σ’ έναν άλλο κόσμο.

Τρεις μήνες μετά την τραγωδία του «Απόλλων 1» μια άλλη τραγωδία είχε ως θύμα τον Σοβιετικό κοσμοναύτη Βλαντιμίρ Κομάροβ.

Το δυστύχημα έγινε στο τέλος μιας επιτυχημένης γενικά δοκιμής του διαστημοπλοίου «Σογιούζ 1» όταν, μετά από πτήση 27 περίπου ωρών και 17 συνολικά τροχιές γύρω από τη Γη, το αλεξίπτωτο του διαστημοπλοίου μπερδεύτηκε σε ύψος 7.000 μέτρων με αποτέλεσμα να χτυπήσει το έδαφος με ταχύτητα 320 χιλιομέτρων την ώρα και να πιάσει φωτιά στις 24 Απριλίου 1967.

Τέσσερα χρόνια αργότερα τρεις ακόμη κοσμοναύτες βρήκαν τραγικό θάνατο στο τέλος της αποστολής του «Σογιούζ 11». Οι κοσμοναύτες Γκεόργκι Ντομπροβόλσκυ, Βλαντισλάβ Βολκόφ και Βίκτορ Πατσάγιεφ επέστρεφαν στη Γη στις 30 Ιουνίου 1971 μετά από μια αποστολή 23 ημερών που ήταν τότε ρεκόρ παραμονής στο Διάστημα.

Στην επιστροφή όμως κανένας τους δεν φορούσε την διαστημική του στολή, οπότε μια απρόσμενη διαρροή αέρα από το διαστημόπλοιο είχε σαν αποτέλεσμα τον τραγικό θάνατό τους, παρ’ όλο που το διαστημόπλοιο προσεδαφίστηκε ομαλά.

 

 

Ένα ακόμη διαστημικό δυστύχημα συνέβη 15 χρόνια αργότερα, όταν 73 δευτερόλεπτα μετά την εκτόξευση του Διαστημικού Λεωφορείου «Τσάλεντζερ», οι επτά επιβαίνοντες σ’ αυτό αστροναύτες βρήκαν τραγικό θάνατο στις 28 Ιανουαρίου 1986.

Ένας απλός δακτύλιος, ευτελούς μάλιστα αξίας, ένα απλό εξάρτημα από τα 2,5 εκατομμύρια εξαρτήματα που αποτελούν το Διαστημικό Λεωφορείο, έγινε αιτία για τον θάνατο των αστροναυτών Φράνσις Σκόμπη, Μάϊκλ Σμιθ, Τζούντιθ Ρέσνικ, Έλλισον Ονιζούκα, Ρόναλντ ΜακΝέαρ, Γκρέγκορυ Τζάρβις, και της δασκάλας Κρίστας ΜακΌλιφ.

Ο θάνατος των 7 αστροναυτών του «Τσάλεντζερ» ανάγκασε την ΝΑΣΑ να επανεξετάσει καλύτερα τους στόχους του προγράμματος πτήσεων των Διαστημικών Λεωφορείων με νέες κατευθυντήριες γραμμές για μεγαλύτερη ασφάλεια, αποδοτικότητα, και αποτελεσματικότητα, πράγμα που έχει επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό στη διάρκεια 113 συνολικά πτήσεων των Διαστημικών Λεωφορείων, παρά το τραγικό δυστύχημα της 1ης Φεβρουαρίου 2003.

Όπως είναι αλήθεια ακόμη και στα αεροπορικά ταξίδια οι δυσκολίες παρουσιάζονται κυρίως είτε στην απογείωση είτε στην προσγείωση. Γιατί και στην επιστροφή ενός Διαστημικού Λεωφορείου στη Γη, συμβαίνουν τα ίδια και χειρότερα με την εκτόξευση, αφού όλη η ενέργεια που δαπανήθηκε για να μεταφέρει το Διαστημικό Λεωφορείο σε τροχιά πρέπει αναγκαστικά να εκτονωθεί στη διάρκεια της επιστροφής.

Πρώτα απ’ όλα χρειάζεται να μειωθεί η ταχύτητα των 28.000 χιλιομέτρων την ώρα που κρατάει το Διαστημικό Λεωφορείο σε τροχιά γύρω από τη Γη. Γι’ αυτό στο τέλος μιας αποστολής το όχημα φέρνει τις πυραυλικές του μηχανές προς την κατεύθυνση της κίνησής του, έτσι ώστε όταν τεθούν σε λειτουργία θα είναι σαν να «πατάει φρένο».

Η πυροδότηση των πυραυλικών μηχανών, το «φρένο» που είπαμε, γίνεται 25 λεπτά προτού το σκάφος συναντήσει τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και μια περίπου ώρα πριν από την προσγείωση.

 

 

Την στιγμή εκείνη το «Κολούμπια» βρίσκονταν σε ύψος 280 χιλιομέτρων πάνω από τον Ινδικό Ωκεανό, και με την πυροδότηση το σώμα των αστροναυτών αισθάνθηκε να ανακτά και πάλι το 1/20 του βάρους του. Μια ανεπαίσθητη ουσιαστικά αύξηση η οποία όμως για τους αστροναύτες, που στη διάρκεια της αποστολής τους είχαν συνηθίσει στην «έλλειψη» της βαρύτητας, φαίνεται αρκετά μεγάλη.

Με την μείωση της ταχύτητας το διαστημόπλοιο άρχισε να χάνει ύψος και να κατευθύνεται πλέον προς την επιφάνεια της Γης.

Στην επιστροφή του στη Γη, το Διαστημικό Λεωφορείο δεν συμπεριφέρεται ούτε σαν διαστημόπλοιο ούτε σαν αεροπλάνο. Η λειτουργία του μοιάζει περισσότερο μ’ αυτήν ενός ανεμοπτέρου. Με μια σημαντική διαφορά όμως: η είσοδός του στην ατμόσφαιρα και η προσεδάφισή του είναι 100% ελεγχόμενη από δύο ισχυρότατους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τους βοηθητικούς τους.

Οι υπολογιστές αυτοί ελέγχουν ο ένας τον άλλο 50 φορές κάθε δευτερόλεπτο, και αν ο ένας από τους δύο κάνει κάποιο λάθος, τότε ο άλλος διαγράφει τις αποφάσεις του πρώτου. Φυσικά, αν χρειαστεί, ο πιλότος του σκάφους μπορεί να αναλάβει τη διακυβέρνηση του σκάφους οποιαδήποτε στιγμή χρειαστεί κάτι τέτοιο.

Στο τελευταίο του ταξίδι το «Κολούμπια» μπήκε στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας με ταχύτητα 24 φορές την ταχύτητα του ήχου και ήταν σαν να χτύπησε έναν «αόρατο» τοίχο. Το βάρος των αστροναυτών στη διάρκεια της καθόδου έφτασε να είναι 1,5 φορά μεγαλύτερη από το κανονικό πάνω στη Γη, κι έτσι η ταχύτητα άρχισε βαθμιαία να μειώνεται.

 

 

Μισή ώρα πριν από την προσγείωση στο «Διαστημικό Κέντρο Κέννεντυ» στη Φλώριδα η ταχύτητα είχε μειωθεί μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα την ώρα ενώ το σκάφος βρίσκονταν σε ύψος 110 περίπου χιλιομέτρων. Έξη λεπτά αργότερα 5.000 χιλιόμετρα χώριζαν το Διαστημικό Λεωφορείο από τον διάδρομο προσγείωσης στο Ακρωτήριο Κανάβεραλ.

Είχε ήδη κατέβει σε ύψος 75 χιλιομέτρων από την επιφάνεια ενώ η ταχύτητά του παρέμενε αρκετά υψηλή στα 26.000 χιλιόμετρα την ώρα.

Στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, σε ύψος 65 περίπου χιλιομέτρων πάνω από Τέξας και 15 περίπου χιλιόμετρα πάνω από την στρατόσφαιρα, το Διαστημικό Λεωφορείο έτρεχε με ταχύτητα 22.400 χιλιομέτρων την ώρα.

Τα σωματίδια που υπάρχουν στο ατμοσφαιρικό αυτό στρώμα (που ονομάζεται μεσόσφαιρα) είναι ελάχιστα κι όμως η ταχύτητα του διαστημοπλοίου που ήταν ακόμη πάρα πολύ μεγάλη αύξησε την θερμοκρασία στα εξωτερικά στρώματα του σκάφους σε υπερβολικό βαθμό.

Συνέβη δηλαδή το ίδιο που συμβαίνει και στα μικροσκοπικά σωματίδια σκόνης των επερχόμενων μετεώρων (που έχουν μέγεθος κόκκων άμμου) και τα οποία αναφλέγονται στο ίδιο αυτό ύψος σχηματίζοντας τις θεαματικές πολλές φορές «βροχές διαττόντων».

Απέμεναν 17 μόνο λεπτά για την προσγείωση του «Κολούμπια» όταν ακούστηκαν τα τελευταία ολοκληρωμένα λόγια του κυβερνήτη. Και μετά σιωπή.

 

Δείτε επίσης