Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

του Διονύση Π. Σιμόπουλου, επίτιμου Διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου.

Κωδικός: Τσάλεντζερ-Αμέρικα
Εκτόξευση: 7-12-72
Πύραυλος φορέας: Κρόνος V
Είδος Αποστολής: 6η επανδρωμένη προσεδάφιση στη Σελήνη
Διάρκεια: 12 ημέρες 13 ώρες 52 λεπτά
Βάρος: 46.903 κιλά
Γιουτζίν Σέρναν (38 ετών) – Ρόναλντ Έβανς (39 ετών) – Χάρισον Σμίτ (37 ετών)

 

 

Η αποστολή του “Apollo 17” ήταν το τελευταίο ταξίδι του ανθρώπου στη Σελήνη. Γι’ αυτό και η θεαματική μεταμεσονύκτια εκτόξευσή του από το ακρωτήριο Kennedy στις 7 Δεκεμβρίου 1972 (τοπική ώρα) σηματοδότησε την αρχή του τέλους των επανδρωμένων πτήσεων στη Σελήνη για τα επόμενα 50 τουλάχιστον χρόνια.

Επιστημονικά ήταν η πιο αποδοτική διότι, εκτός των μεγάλης σημασίας πειραμάτων που εκτελέστηκαν (αρκετά εκ των οποίων ήταν εντελώς νέα), ο πιλότος της σεληνακάτου Harrison “Jack” Schmitt ήταν ο πρώτος και μοναδικός αστροναύτης-επιστήμονας που περπάτησε πάνω στη σεληνιακή επιφάνεια, μελετώντας την μορφολογία και τα πετρώματα του φυσικού μας δορυφόρου.

Τα δύο άλλα μέλη του πληρώματος ήταν ο παλαίμαχος αστροναύτης του “Apollo 10”, Eugene Cernan ως διοικητής της αποστολής και συνοδός του Schmitt στη σεληνιακή επιφάνεια, και ο πιλότος του θαλάμου διακυβέρνησης αστροναύτης Ronald Evans.

Λόγω της νυχτερινής εκτόξευσης, εκατομμύρια άτομα στις νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και σε ακτίνα 800 χιλιομέτρων από το Ακρωτήριο Kennedy, είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν με γυμνό μάτι την ανάβαση του διαστημοπλοίου προς τη Σελήνη επί αρκετά λεπτά μετά την εκτόξευση.

 

 

Η προσεδάφιση της σεληνακάτου στη Σελήνη με τους αστροναύτες Cernan και Schmitt πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου στη νοτιοανατολική άκρη της σεληνιακής θάλασσας της Γαλήνης. Η περιοχή που εξερευνήθηκε και επί της οποίας εγκαταστάθηκε ένας ακόμα πειραματικός σταθμός ALSEP, ονομάζεται Taurus-Littrow και αποτελείται από μια κοιλάδα η οποία περιβάλλεται από τρία μεγάλα βουνά.

Το μεγαλύτερο μέρος της κοιλάδας αυτής επικαλύπτεται σε βάθος αρκετών μέτρων από ένα είδος σκούρου χώματος, ηφαιστειακής προέλευσης, που δημιουργήθηκε από πυροκλαστικές εναποθέσεις ύλης.

Αυτός ο σκούρος μανδύας, που καλύπτει την επιφάνεια της περιοχής κοντά στο σημείο προσσελήνωσης είναι διάστικτος από αρκετούς μικρούς κρατήρες ηφαιστειακής επίσης προέλευσης. Επιπλέον η συγκεκριμένη περιοχή περιλαμβάνει αρκετούς κρατήρες πρόσκρουσης και μια μεγάλη κατολίσθηση, που μετέφερε πετρώματα από τις πλαγιές των βουνών που περιστοιχίζουν την περιοχή προς τους πρόποδες.

Τέλος, η Θάλασσα της Γαλήνης εμπεριέχει ορισμένα από τα μεγαλύτερα σεληνιακά “Mascons” (από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων mass concentration, δηλαδή συγκεντρώσεις μάζας υψηλής σχετικά πυκνότητας).

Πρόκειται με δυο λόγια για μία περιοχή που θα αποτελούσε τον παράδεισο του κάθε γεωλόγου και πολύ περισσότερο του Schmitt, που τον εξερεύνησε όσο περισσότερο μπορούσε στις τρεις εξορμήσεις που έκανε με τον Cernan.

 

 

Η πρώτη έξοδος των αστροναυτών από τη σεληνάκατο διήρκεσε περίπου 7 ώρες και 12 λεπτά. Η πρώτη τους απασχόληση ήταν η αποβίβαση και συναρμολόγηση του σεληνιακού τους οχήματος Rover 3 με το οποίο εκτέλεσαν τις περιοδείες τους, και στη συνέχεια του νέου πειραματικού σταθμού ALSEP.

Στη συνέχεια με ένα ειδικό γεωτρύπανο συνέλεξαν δείγματα του υπεδάφους, ενώ μέσα στην τρύπα που σχημάτισε το γεωτρύπανο τοποθέτησαν ένα όργανο-μετρητή που συνέλεξαν στο τέλος της πρώτης επτάωρης εξερεύνησής τους.

Επειδή η προετοιμασία του πειραματικού σταθμού απαίτησε αρκετές ώρες, η πρώτη τους εξόρμηση με το Rover δεν τους επέτρεψε να απομακρυνθούν περισσότερο από 3,5 χιλιόμετρα, στην διάρκεια της οποίας προσέγγισαν το χείλος ενός μεγάλου κρατήρα.

Εκεί συνέλεξαν πετρώματα, πήραν φωτογραφίες, και εξέτασαν επιτόπια την περιοχή και την μορφολογία της. Επίσης τοποθέτησαν ειδικές βομβίδες, η πυροδότηση των οποίων μετά την αναχώρηση των αστροναυτών χρησίμευσε στη μελέτη του σεισμολογικού πειράματος του σταθμού ALSEP.

 

 

Η δεύτερη εξερευνητική περιοδεία επικεντρώθηκε στη εδαφική εξερεύνηση της περιοχής νότια και δυτικά του σημείου προσσελήνωσης, στην διάρκεια της οποίας οι Schmitt και Cernan κάλυψαν συνολική απόσταση 20 περίπου χιλιομέτρων.

Αν και σ’ όλη τη διάρκεια της περιοδείας τους πραγματοποίησαν αρκετές μικρές και μεγάλες στάσεις για συλλογή δειγμάτων από το σεληνιακό έδαφος, την ενεργοποίηση διαφόρων πειραμάτων και τη λήψη φωτογραφιών, η πρώτη τους κύρια στάση στους πρόποδες του Νοτίου Όρους, κοντά στο νοτιοανατολικό χείλος του κρατήρα Nansen ίσως να ήταν από τις σημαντικότερες.

Το Νότιο Όρος αποτελεί τμήμα του χείλους του κρατήρα πρόσκρουσης της Θάλασσας της Γαλήνης και αποτελείται από πετρώματα μεγαλύτερης ηλικίας από την ίδια την πρόσκρουση. Η κατολίσθηση που έγινε σε αυτό το σημείο μετέφερε βράχους από τις πλαγιές του όρους προς τους πρόποδές του, που εκτινάχτηκαν βαθιά από το εσωτερικό της Σελήνης.

Ένα, μάλιστα, από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα που συνέλεξαν σε αυτή τους την περιήγηση αφορούσε σε μια παράξενη πορτοκαλί σκόνη που εντόπισαν στο κρατήρα Shorty και έγινε το αντικείμενο πολλών συζητήσεων μεταξύ των γεωλόγων της εποχής.

 

 

Η τρίτη και τελευταία περιοδεία των αστροναυτών διήρκεσε 7 ώρες και 15 λεπτά, στην οποία κάλυψαν συνολική απόσταση 12 περίπου χιλιομέτρων, με κατεύθυνση βορειοανατολικά της σεληνακάτου προς τους πρόποδες του Βορείου Όρους.

Συνολικά έγιναν 4 κύριες σταθμεύσεις και 9 δευτερεύουσες, στην διάρκεια των οποίων περισυνέλεξαν δείγματα του σεληνιακού εδάφους, από τους πρόποδες του Βορείου Όρους, όπως επίσης και από την περιοχή δίπλα στον κρατήρα Van Serg.

Σε κάθε σταθμό, εκτός από τη συλλογή δειγμάτων, πραγματοποιούνταν και διάφορα άλλα πειράματα και μετρήσεις, πανοραμική φωτογράφηση κλπ.

Με την ολοκλήρωση και της τρίτης εξόρμησής τους οι Schmitt και Cernan επέστρεψαν στην περιοχή της σεληνακάτου, αφιερώνοντας το χρόνο που τους απέμενε στην προετοιμασία της αναχώρησής τους από τη σεληνιακή επιφάνεια και την επανασύνδεσή τους με τον θαλαμίσκο διακυβέρνησης και τον τρίτο αστροναύτη της αποστολής Ronald Evans, ο οποίος φυσικά δεν είχε μείνει άπραγος όλο αυτό το διάστημα.

Εκτός από το χειρισμό της πανοραμικής και της χαρτογραφικής κάμερας, όπως επίσης και του υψομέτρου ακτίνων λέιζερ, ο Evans με ειδικά επιστημονικά όργανα μέτρησε την πυκνότητα και την σύνθεση της σεληνιακής ατμόσφαιρας, ενώ με ένα υπέρυθρο ραδιόμετρο απεικόνισε τα θερμικά χαρακτηριστικά της Σελήνης και με ειδικό σόναρ κατέγραψε σειρά δεδομένων σχετικών με την εσωτερική δομή της.

 

 

Με τη μεταφορά όλων των σεληνιακών δειγμάτων στο θαλαμίσκο, η σεληνάκατος αφέθηκε να πέσει πίσω στη Σελήνη, όπου και συνετρίβη. Η πρόσκρουσή της, όπως επίσης και η έκρηξη των ειδικών βομβίδων που είχαν τοποθετηθεί νωρίτερα στην επιφάνεια της Σελήνης καταγράφηκαν από τα γεώφωνα που οι Schmitt και Cernan είχαν εγκαταστήσει.

Κατά το ταξίδι των αστροναυτών προς τη Γη, ο Evans βγήκε από την ασφάλεια του διαστημοπλοίου προκειμένου να συλλέξει τις ταινίες που είχαν καταγράψει τις πανοραμικές και χαρτογραφικές φωτογραφίες.

Τέλος ο θάλαμος διακυβέρνησης προσθαλασσώθηκε με τη βοήθεια αλεξιπτώτων στον Ειρηνικό Ωκεανό την Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 1972, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από το αεροπλανοφόρο Ticonderoga. Έκτοτε η Σελήνη παραμένει χωρίς ανθρώπινους επισκέπτες.

Ο άνθρωπος έφυγε. Όχι όμως για πάντα. Γιατί αν υπάρχει ακόμα κάποιο μέλλον για τον πολιτισμό μας, τότε το μέλλον αυτό βρίσκεται εκεί πάνω. Γιατί η Σελήνη και η Ανθρωπότητα έχουν ένα κοινό μέλλον.

 

 

Σήμερα, οι εγκαταλειμμένες βάσεις εκτόξευσης, το ανεξίτηλο τελευταίο αποτύπωμα της μπότας του Cernan στη σεληνιακή γη, τα εγκαταλελειμμένα επιστημονικά όργανα και οι διαστημοσυσκευές που είναι διάσπαρτα εδώ και εκεί στην επιφάνειά της Σελήνης, ορθώνονται σαν μνημεία του 20ου αιώνα, μνημεία απίστευτων κατορθωμάτων παρελθόντων ετών. Είναι βέβαιο ότι μια μέρα, σύντομα, ο άνθρωπος θα επιστρέψει και πάλι στο Φεγγάρι και θα εξερευνήσει και άλλους πλανήτες του Ηλιακού μας Συστήματος.

Και στο απώτερο μέλλον σίγουρα θα εξερευνήσουμε κι άλλα πλανητικά συστήματα. Αυτές όμως οι πρώτες μας επισκέψεις, από το 1969 έως το 1972, σε έναν άλλο κόσμο θα ζουν για πάντα στην ανθρώπινη μνήμη ως το Πρώτο Κεφάλαιο της Μεγάλης Περιπέτειας του Ανθρώπου στο Διάστημα.

 

 

Σε 100, σε 1.000, σε ένα εκατομμύριο χρόνια από σήμερα, οι απόγονοί μας θα έλθουν να σταθούν ευλαβικά στη σκοτεινή αυτή κοιλάδα, θα κοιτάξουν σιωπηρά τα περίεργα αρχαία επιστημονικά όργανα και, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τα ανθρώπινα χνάρια που θα έχουν μείνει αναλλοίωτα ακόμη και μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια. Και θα ξέρουν ότι όλα άρχισαν εδώ.

Ότι εδώ ξαναγεννήθηκε η ανθρωπότητα και ότι το σημείο αυτό είναι πραγματικά ένα κοσμικό μνημείο αφιερωμένο στους ανθρώπους της Γης. Γιατί εδώ, στα όρια του ουράνιου ωκεανού, ο άνθρωπος έκανε το πρώτο μοιραίο του βήμα προς τα άστρα και ανακάλυψε ότι δεν ήταν παρά ένας πραγματικός πολίτης του Σύμπαντος.

Δείτε επίσης