Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

του: Διονύση Σιμόπουλου, Επίτιμου Διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου.

Επί 200 χρόνια μετά τη δημοσίευση της θεωρίας του Κέπλερ, καμία άλλη μνεία δεν υπάρχει στα σωζόμενα κείμενα για το Άστρο των Χριστουγέννων, μέχρις ότου το 1826 ο L. Ideler επανέφερε στο προσκήνιο την ξεχασμένη θεωρία του Κέπλερ.

Ένας αιώνας περνάει και πάλι, χωρίς περισσότερες αναφορές για το Άστρο της Βηθλεέμ, οπότε το 1911 έρχονται στη δημοσιότητα δύο απόψεις για το θέμα αυτό. Η πρώτη από τον Alfred Jeremias, Γερμανό θρησκειολόγο, που υποστηρίζει σχεδόν αβάσιμα, ότι το άστρο της Βηθλεέμ ήταν το λαμπρότερο άστρο στον αστερισμό του Λέοντος, γνωστό ως Βασιλίσκος. Η δεύτερη άποψη, τον ίδιο χρόνο, δημοσιεύτηκε από τον H.H. Krizinger ο οποίος υποστηρίζει τη θεωρία του Κέπλερ με βάση ορισμένα δεδομένα αρχαίων συγγραφέων.

 

 

Δύο χρόνια αργότερα, το 1913, ο A. Stenzel εμφανώς επηρεασμένος από την εμφάνιση, το 1910, του φαντασμαγορικού κομήτη του Χάλλεϋ υποστηρίζει ότι το άστρο της Βηθλεέμ ήταν ο εμφανιστείς το 12 π. Χ. ανωτέρω κομήτης. Αλλά και αυτή η άποψη αποκλείεται λόγω της χρονολογίας εμφάνισης του κομήτη 6 με 8 τουλάχιστον χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού.

Το 1922, ο O. Gerhardt επαναφέρει τη θεωρία του Κέπλερ στο προσκήνιο, και την υποστηρίζει με διάφορα αστρονομικά δεδομένα. Το ίδιο κάνει το 1936 και ο K. Herning, ενώ το 1954 ο L. Liebhardt υποστηρίζοντας τη θεωρία του Κέπλερ αποδεικνύει πόσο σπάνια ήταν η τριπλή σύνοδος των πλανητών Δία Κρόνου το 7 π. Χ.

Το 1967 ο C.St.J.H. Daniel μεταξύ άλλων, επαναφέρει, στο προσκήνιο την ιδέα για έναν κομήτη που εμφανίστηκε το 4 π. Χ., ενώ ένα χρόνο αργότερα ο R.W. Sinnott υποστηρίζει συμπληρώνοντας τη θεωρία του Jeremias, ότι το Άστρο της Βηθλεέμ ήταν η διπλή σύνοδος Αφροδίτης και Δία στον αστερισμό του Λέοντος, το 3 με 2 π. Χ.

Τέλος το 1969 ο Konradin Ferrari d’ Occhieppo, συμπληρώνοντας τον Κέπλερ, υποστηρίζει ανεπιτυχώς ότι το Άστρο των Χριστουγέννων ήταν ο πλανήτης Δίας όταν αυτός στάθηκε, στις 12 Νοεμβρίου του 7 π. Χ. πάνω από τη Βηθλεέμ, στην κορυφή του κώνου που σχημάτιζε το ζωδιακό φως.

 

 

Μια από τις πιο πλήρεις, πάντως, προσπάθειες συμπλήρωσης της θεωρίας του Κέπλερ για την ερμηνεία του Άστρου των Χριστουγέννων διατυπώθηκε το 1970 από τον δικό μας Έλληνα αστρονόμο αείμνηστο Κωνσταντίνο Χασάπη στο εκτενέστατο βιβλίο του «Ο Αστήρ της Βηθλεέμ».

Η θεωρία αυτή του Χασάπη ξεκινάει με τη θεωρία του Κέπλερ επεκτείνοντάς την ώστε να περιλαμβάνει και μια άλλη νεότερη που ανέφερε περιληπτικά ο καθηγητής Στ. Πλακίδης το 1952. Ο Πλακίδης ανέφερε τότε ότι «άλλοι ερευνηταί δέχονται, ότι τον Μάιον, Οκτώβριον και Δεκέμβριον του 747 από κτίσεως Ρώμης (ήτοι 7 π. Χ.) συνέβη σύνοδος Διός και Κρόνου, ηκολούθησε δε τον Μάιον του 748 σημαντική προσέγγισις μετ’ αυτού του Ηλίου, του Ερμού, της Αφροδίτης και του Άρεως.»

Με κύρια βάση λοιπόν το συνδυασμό αυτών των δύο θεωριών, ο Χασάπης συγκεντρώνει, στις 209 πρώτες σελίδες του βιβλίου του, και αναλύει κριτικά όλα τα γνωστά γύρω από το Άστρο θέματα.

Στις τελευταίες δε 26 σελίδες του, με βάση τις διάφορες δοξασίες των αστρολόγων της εποχής, δίνει μία «γενική αστρολογική ερμηνεία της συγκεντρώσεως των πλανητών του 6 π. Χ.» αφού προηγουμένως προειδοποιεί ότι οι αστρολογικές γενικά απόψεις «εφόσον δεν εδράζονται επί επιστημονικών δεδομένων, δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκταί».

Στο τέλος της αστρολογικής αυτής ερμηνείας του, ο Χασάπης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η γέννηση του Χριστού πρέπει να έγινε στις 6 Δεκεμβρίου του 5 π. Χ., η δε προσκύνηση των Μάγων 13 ημέρες αργότερα στις 19 Δεκεμβρίου του 5 π. Χ.

Ως άστρο της Βηθλεέμ αποδέχεται τον πλανήτη Κρόνο, τον οποίο αποκαλεί «ηγετικό πλανήτη της μεγάλης συγκεντρώσεως του 6 π. Χ.»

 

 

Παρά την αξιοθαύμαστη όμως αυτή προσπάθεια, δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ούτε και αυτή την ερμηνεία σαν μία τελική και απόλυτη απάντηση στο αίνιγμα του Άστρου των Χριστουγέννων. Είναι φυσικά μία αξιόλογη και αξιοσέβαστη άποψη.

Η όλη δε εργασία του αυτή, όπως γράφει και ο αείμνηστος καθηγητής Ανδρέας Σώκος, είναι «καρπός εμβριθεστάτης και πολυχρονίου μελέτης, βασισθείσης αφ’ ενός μεν εις την πλουσιωτάτην πράγματι βιβλιογραφίαν, …αφ’ ετέρου δε εις πολυμήνους πειραματισμούς και υπολογισμούς γενομένους εις το Πλανητάριον του Ιδρύματος Ευγενίδου».

Παρ’ όλα αυτά ούτε ο Χασάπης δίνει τις αδιαφιλονίκητες αποδείξεις που χρειάζεται μια «τελική απάντηση».

Πρώτα απ’ όλα δε λαμβάνει υπ’ όψη του το γεγονός της αρρώστιας που παίδευε τον Ηρώδη. Γνωρίζουμε δηλαδή σήμερα ότι ο Ηρώδης ήταν βαριά άρρωστος σ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων έξι μηνών της ζωής του.

Λόγω της αρρώστιας του αυτής είχε αποσυρθεί στο παλάτι του στην Ιεριχώ, οπότε αφ’ ενός μεν δεν βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ κατά την υποτιθέμενη από τον Χασάπη ημερομηνίας της επίσκεψης των Μάγων το Δεκέμβριο, αφ’ ετέρου δε, λόγω της αρρώστιας του αυτής, δεν θα μπορούσε να δεχτεί και να συζητήσει εκτενώς με τους Μάγους, ούτε και αργότερα θα μπορούσε να έχει τη διάθεση ή τη δύναμη να δώσει τη διαταγή της σφαγής των παίδων, ένα ή δύο μήνες πριν από τον επικείμενο και «επώδυνο θάνατό του».

 

 

Τέλος δεν δίνονται, αρκετά ισχυρά επιχειρήματα που να υποστηρίζουν το αντίθετο από τις απόψεις πολλών άλλων ερευνητών, όσον αφορά την ηλικία που είχε ο Χριστός κατά την προσκύνηση των Μάγων. Διότι ο Ιησούς δεν είναι δυνατό να ήταν 13 μόνον ημερών όταν τον προσκύνησαν οι Μάγοι, για πολλούς λόγους, αλλά ιδιαίτερα για το λόγο που είχε ήδη διατυπώσει από το 1805 ο Ευγένιος Βούλγαρις:

«Εάν οι μάγοι επεσκέφθησαν και προσεκύνησαν τον Ιησούν εντός των πρώτων 40 ημερών από της Γεννήσεώς του, τότε δεν εξηγείται πως ετόλμησε ο Ιωσήφ να οδηγήσει την Μητέρα και το Παιδίον εις τον ναόν των Ιεροσολύμων, εφ’ όσον εκεί υπήρχε ο κίνδυνος να γίνη αντιληπτή η παρουσία του Ιησού και οι στρατιώται του Ηρώδου να Τον φονεύσουν.»

Άλλωστε και ο καθηγητής της Θεολογίας Π. Ι. Μπρατσιώτης μας πληροφορεί τα εξής: «Μετά την γέννηση του Ιησού έλαβε χώραν συμφώνως προς των Μωσαϊκόν νόμον η περιτομή αυτού και η παράστασις αυτού ως βρέφους τεσσαρακονθημέρου εις τον ναόν…βραδύτερον δε, ως φαίνεται, και τα συναφή προς άλληλα γεγονότα της προσκυνήσεως των μάγων, της κατά διαταγήν του Ηρώδου σφαγής των νηπίων της Βηθλεέμ και της φυγής του Ιησού εις Αίγυπτον…»

 

 

Επί πλέον, στις Ευαγγελικές μαρτυρίες ο μεν Λουκάς, στην περικοπή που περιγράφει την προσκύνηση των βοσκών, την πρώτη νύχτα της γέννησης, αναφέρεται στον Ιησού και με τη λέξη «βρέφος», ενώ ο Ματθαίος στην περικοπή που περιγράφει την προσκύνηση των Μάγων τον αναφέρει αποκλειστικά και μόνο με την λέξη «παιδίον».

Όσοι υποστηρίζουν ότι το Άστρο της Βηθλεέμ ήταν η σύνοδος των πλανητών Δία και Κρόνου βασίζουν τη θεωρία τους στην παρουσία των Μάγων στη Χριστουγεννιάτικη αφήγηση. Ο Ματθαίος που τους αναφέρει όμως δεν μας λέει ούτε πόσοι ήσαν, ούτε ποια ήσαν τα ονόματά τους, ούτε και από ποια χώρα είχαν έλθει, εκτός από την γενική κατεύθυνση, δηλαδή “από ανατολών”.

Τις περισσότερες πληροφορίες που έχουμε σήμερα για τους Μάγους της αρχαίας εποχής, τις παίρνουμε από τον Ηρόδοτο, σύμφωνα με τον οποίο Μάγοι ονομάζονταν μία από τις έξι γενεές των Μήδων, που εκτελούσαν καθήκοντα ιερέων, ονειροκριτών και ασχολούνταν με διάφορες απόκρυφες τέχνες. Μια λοιπόν και η θρησκεία της Περσίας την εποχή εκείνη ήταν ο Ζωροαστρισμός, θα μπορούσαμε να πούμε επίσης ότι οι Μάγοι ήσαν Ζωροάστρες ιερείς, μελετητές της φύσης και των άστρων. Ο Ωριγένης αντιθέτως υποστήριζε ότι κατάγονταν από τη Χαλδαία, ενώ ο καθηγητής της Θεολογίας Μπρατσιώτης αναφέρει άλλους που υποστηρίζουν ότι ήσαν Βαβυλώνιοι.

 

 

Αλλά και ο αριθμός των μάγων όμως είναι αρκετά μπερδεμένος. Η παράδοση αναφέρει άλλοτε δύο, και άλλοτε περισσότερους (τρεις, τέσσερις, οκτώ ή ακόμη και δώδεκα). Τον αριθμό τρεις ανέφερε ο Πάπας Λέων τον 5ο αιώνα ο οποίος, όπως και ο Ωριγένης, καθόρισε τον αριθμό αυτόν από τα τρία δώρα που προσφέρθηκαν στον Χριστό από τους Μάγους. Η παράδοση μάλιστα έδωσε και την ερμηνεία των δώρων αυτών: “χρυσόν προς τον κοσμικόν Άρχοντα και Βασιλέα, και λίβανον προς τον θείον Λόγον, και σμύρναν εις εκείνον ο οποίος θα υποστεί την κατάθλιψιν του κόσμου και θα εγκαταλείψει την γην θνήσκων ως άνθρωπος”.

Τα ονόματά τους, για πρώτη φορά αναφέρονται στο περίφημο μωσαϊκό του ναού του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου στη Ραβέννα. Τα ονόματα Βεθισαρά ή Βαλτάσαρ, Γκαθασπά ή Κάσπαρ και Μελχιώρ δεν πρέπει όμως να έχουν κάποια ιστορική βάση, αφού το μωσαϊκό αυτό ανάγεται στην εποχή του Ιουστινιανού τον 6ο μ. Χ. αιώνα. Σε όλες σχεδόν τις απεικονίσεις των μάγων ο Κάσπαρ ο γεροντότερος και σχεδόν πάντοτε με γενειάδα είναι πρώτος, ο Μελχιώρ πάντοτε νέος και χωρίς γενειάδα, είναι δεύτερος, ο Βαλτάσαρ, είναι πάντοτε πολύ μελαχρινός ή μαύρος και έρχεται τρίτος κατά σειρά.

 

Δείτε επίσης