Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

  του: Γουίλιαμ Μάλινσον, πρώην βρετανού διπλωμάτη, καθηγητή Πολιτικών Ιδεών και Θεσμών στο πανεπιστήμιο Guglielmo Marconi.

Σε αυτή την ανάλυση θα θεωρήσουμε την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Τουρκία ως ένα και μοναδικό concept, από τη στιγμή που “ο νεο-οθωμανισμός” είναι τής μόδας στην Τουρκία, έστω και αν απλώς αντανακλά την ύβρι του μετα-αυτοκρατορικού rigor mortis μιας αυτοκρατορίας που επίσημα απεβίωσε το 1923.

Πριν κοιτάξουμε πίσω, ας μας επιτραπεί να σημειώσουμε ότι ακόμη κι όταν η Ρωσική Αυτοκρατορία ήταν σε αδύναμη κατάσταση κέρδιζε τους περισσότερους πολέμους κόντρα στους Οθωμανούς, μεταξύ του 16ου και του 20ου αιώνα, και ο μόνος που δεν κέρδισε γρήγορα και αποφασιστικά, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, ήταν αποτέλεσμα κυρίως βρετανικής παρέμβασης.

Τις τελευταίες μέρες της, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ουσιαστικά διατηρήθηκε χάρη στους Βρετανούς και τους ΑυστροΟύγγρους, για τους δικούς τους στρατηγικούς λόγους. Σήμερα είναι οι ΗΠΑ και η ακόλουθος τής εξωτερικής πολιτικής της, η Βρετανία που στηρίζουν την Τουρκία, μέσω της τουρκικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ ( από το 1952), στο ΔΝΤ, σε παροχές όπλων και κάνοντας τα στραβά μάτια στην παράνομη κατοχή τής Κύπρου. 

 

 

Το 1919 κι ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν στο κλείσιμο του κύκλου της, ένας διάσημος Βρετανός διπλωμάτης έγραψε: «Για τους Τούρκους, ποτέ δεν είχα και δεν έχω την παραμικρή συμπάθεια. Η μακρά παραμονή μου στην Κωνσταντινούπολη με έπεισε ότι πίσω από αυτή τη μάσκα τής οκνηρίας οι Τούρκοι κρύβουν κρούσματα τής πιο αποτρόπαιας κτηνωδίας.

Αυτή η πεποίθηση δεν άλλαξε ποτέ. Οι Τούρκοι, μέχρι τώρα, δεν έχουν προσφέρει το παραμικρό στην πρόοδο της ανθρωπότητας: είναι μια φυλή επιδρομέων της Ανατολής. Ελπίζω, με τη Συνθήκη Ειρήνης να επιστρέψουν πίσω στην Ανατολή».

Αλλά αυτό, δεν “ήταν” να συμβεί. Η υπερφιλόδοξη πολιτική του Βενιζέλου και η προδοσία αυτής από τους συμμάχους της Ελλάδας σήμαινε ότι το καινούριο τουρκικό κράτος δεν θα ήλεγχε μόνο την Κωνσταντινούπολη αλλά και την Ανατολική Θράκη.

Και σε αυτό, η Ρωσία έπαιξε ίσως τον σημαντικότερο ρόλο: το 1920, ο Λένιν προμήθευσε με όπλα και χρυσό τον Ατατούρκ ( ο οπορτουνιστής; Ατατούρκ “θαύμαζε” τον Λένιν για ένα διάστημα ). Γιατί; Επειδή η Ελλάδα, ο παραδοσιακός φίλος τής Ρωσίας την πρόδωσε, πολεμώντας τους μπολσεβίκους στην Ουκρανία. Ο Πλαστήρας σποδείχθηκε το “τεριέ” τής Βρετανίας.

Η Συνθήκη τής Καρς οριστικοποίησε τα σύνορα τής Τουρκίας με τη Σοβιετική Ενωση. Από τότε, η Τουρκία υπήρξε το κλειδί στις Αγγλοσαξονικές – Αντισοβιετικές – Αντιρωσικές πολιτικές. Η ίδια, κατανοώντας την σημασία της γεωγραφικής της θέσης, εκπορνεύθηκε στο μεγαλύτερο δυνατό τίμημα, με επιτομή την εισβολή στην Κύπρο, την οποία επέτρεψαν οι ΗΠΑ, εξαιτίας των μετέπειτα τοποθετήσεων ραντάρ και άλλων στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Τουρκία.

 

 

Ας θυμηθούμε ότι ήταν η προθυμία της Τουρκίας για εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων στο έδαφός της που οδήγησε στην κρίση πυραύλων της Κούβας. Και η πρόσφατη κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους και δολοφονία του πιλότου του κατέστη εφικtή μόνον επειδή η Τουρκία έτρεξε αμέσως να κρυφτεί στα “φουστάνια” του ΝΑΤΟ για προστασία. 

Από όλα αυτά προκύπτει ότι χωρίς τον βρετανικό και αμερικανικό παράλογο φόβο για τη Ρωσία, η Τουρκία, όπως την ξέρουμε, δεν θα υπήρχε ή, τουλάχιστον, θα ήταν πολύ μικρότερη απ’ότι είναι σήμερα. Σε αντίθεση με τη Ρωσία, μια παλιά χώρα με σοβαρή ταυτότητα, οι Τούρκοι δεν γνωρίζουν πάντοτε ποιοί ακριβώς είναι. Ενενήντα τρία χρόνια δεν είναι μακρά περίοδος στην ιστορία των εθνών.

Οι Νεότουρκοι και ο Ατατούρκ, ήταν απελπισμένοι να πιθηκίσουν ΔυτικοΕυρωπαϊκές συνήθειες, ενδεχομένως επειδή ήταν αβέβαιοι για το ποιοί ακριβώς ήταν ή επειδή δεν αισθάνονταν αρκετά καλλιεργημένοι.  Ακόμη και το αραβικό αλφάβητό τους, το άλλαξαν για το Λατινικό, με εκτουρκισμένες ευρωπαϊκές λέξεις.

 

 

Πολλοί καλλιεργημένοι Τούρκοι νιώθουν απελπισία στην προοπτική να γίνει η Τουρκία μέλος τής Ε.Ε., ενδεχομένως ζηλεύοντας τους πιο σοφιστικέ γείτονές τους. Ενας άλλος βρετανός διπλωμάτης έγραψε: «Αναμφίβολα υφίστανται ευρωπαϊκά εθνικά στοιχεία στον τουρκικό λαό αλλά όχι τόσο ισχυρά όσο τα ασιατικά. Και η ιδιαίτερη γλώσσα τους είναι η Κεντρο-Ασιατική.

Δεν υφίσταται κανένα φυσιολογικός λόγος να επιμένουν οι Τούρκοι τόσο πολύ στην ευρωπαϊκή τους σύνδεση. Είναι μάλλον το δόγμα του Κεμάλ Ατατούρκ που τούς οδηγεί να το κάνουν».

Η μοντέρνα Τουρκία είναι ένα περίεργο αμάλγαμα από δυτικές κουλτούρες υποσκελισμένες από οθωμανικές συνήθειες. Οι διάφορες κυβερνήσεις τους, στρατιωτικές ή όχι, συνεχίζουν να επηρεάζονται από τον τεράστιο στρατό τους ενώ η αντίφαση μεταξύ κοσμικότητας και θρησκείας μπλοκάρει την ανάπτυξή τους.

Η Ρωσία το γνωρίζει αυτό, όπως και το ότι η νοοτροπία “του παζαριού” κυριαρχεί στην τουρκική εξωτερική πολιτική.

Από το να προκαλέσει την κατάρρευση ενός τρεμάμενου τουρκικού κράτους, η Ρωσία προτιμά να εξασθενήσει ένα νευρωτικό ΝΑΤΟ, και τελικά “να φέρει” την Τουρκία στη δική της σφαίρα επιρροής, στο πλαίσιο των συμφερόντων μιας μεσανατολικής σταθερότητας.

 

Δείτε επίσης