Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Πριν λίγες ημέρες, στις 14 Δεκεμβρίου, έγινε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παρουσίαση βιβλίου στη Στοά του Βιβλίου. Το βιβλίο ήταν το «Είμαστε αστρόσκονη» εκδ.Μεταίχμιο , γραμμένο από τον -ουσιαστικά- θεμελιωτή τής pop science στην Ελλάδα, τον Διονύση Σιμόπουλο, Επίτιμο Διευθυντή του Ευγενιδείου Πλανηταρίου. Ο δημοσιογράφος της Καθημερινής, αρχισυντάκτης του ενθέτου Τέχνες και Γράμματα και μυθιστοριογράφος, Ηλίας Μαγκλίνης, συνέδεσε την παρουσίαση του βιβλίου με όλη τη διαδρομή της γνωριμίας του με τον κ.Σιμόπουλο, δίνοντας στην εκδήλωση έναν πιο προσωπικό -και αναμφίβολα ξεχωριστό- χαρακτήρα στην παρουσίαση. Σε αυτήν παραβρέθηκε όχι μόνον κόσμος της επιστήμης αλλά και άνθρωποι μη ειδικοί αφού το βασικό χάρισμα του κ.Σιμόπουλου είναι η εκλαϊκευση της γνώσης, το να την κάνει προσιτή ακόμη και στον πιο απλό άνθρωπο. Ακολουθεί το κείμενο του κ.Μαγκλίνη που διαβάζεται μονορούφι. Μια παρουσίαση που πραγματικά αξίζει σε ένα τέτοιο ξεχωριστό βιβλίο.

 

 

«Θα ξεκινήσω με μια προσωπική ανάμνηση η οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, συνδέεται με τον αγαπητό μας Διονύση Σιμόπουλο.   Φανταστείτε το διάλογο δύο ανθρώπων. «Ξέρεις από που έρχεται αυτή η μουσική;» «Από που;» «Από τ’ αστέρια». Ήταν ένα καλοκαίρι που ο αδελφός μου κι εγώ μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο. Μολονότι είχα δικό μου δωμάτιο, θολές παιδικές φοβίες δεν μου επέτρεπαν για κάποιο διάστημα να κοιμάμαι μόνος μου. Οπότε την πλήρωσε ο μεγάλος μου αδελφός. Δώδεκα εγώ, είκοσι εκείνος, σήμερα απορώ πώς με ανεχόταν.Το πατρικό μας απείχε ελάχιστα από την παραλιακή λεωφόρο, στα όρια Γλυφάδας-Βούλας. Τα καλοκαίρια ακούγαμε τον εκκωφαντικό θόρυβο των αεροπλάνων που πήγαιναν να προσγειωθούν στο Ελληνικό (περνούσαν στην κυριολεξία πάνω απ’ την ταράτσα μας), και τις νύχτες, ανάλογα με την κατεύθυνση του ανέμου, έρχονταν κατά κύματα οι ζωντανές μουσικές από τα «Αστέρια», στην παραλία. Τα γνωστά «Αστέρια» κι όχι τα αστέρια στον ουρανό. Ήταν η φωνή της Μαρινέλας, του Πασχάλη ή του Πάριου, όχι κάποιο ακατάληπτο μουγκρητό του Ε.Τ., του εξωγήινου. Όταν όμως ο αδελφός μου με ρώτησε ξαφνικά, μέσα στο σκοτάδι, «Ξέρεις από που έρχεται αυτή η μουσική;», ο ευφάνταστος νους μου ταξίδεψε πολύ πιο μακριά από την παραλιακή λεωφόρο. «Από τ’ αστέρια», άκουσα εγώ, όχι «Από τ’ “Αστέρια”». Θυμάμαι την έκπληξή μου, ακόμα και τον τρόμο μου. Τη φυσικότητα με την οποία ο Νίκος είχε πετάξει στον αέρα κάτι εξωφρενικό. Τίποτα όμως δεν ήταν πιο εξωφρενικό από την επόμενη ερώτησή μου: «Και πως δεν το έχουν ανακαλύψει ακόμα οι επιστήμονες;» Ακολούθησε μια παύση, ώσπου ο μεγάλος αδελφός μου απάντησε με ερώτηση, έτοιμος να ξεσπάσει σε γέλια: «Παιδάκι μου, για ποια αστέρια μιλάς εσύ;»

 

 

Το περιστατικό λαμβάνει χώρα το 1982, την εποχή που παρακολουθώ μετά μανίας στην τηλεόραση το τηλεπαιχνίδι «Κόκκινοι Γίγαντες, Άσπροι Νάνοι», για το οποίο βασικός υπεύθυνος είναι ο συγγραφέας της «Αστρόσκονης», τον οποίο τιμούμε εδώ απόψε. Αυτή ήταν μία από τις πολλές άκρως επιτυχημένες και δημοφιλείς τηλεοπτικές παραγωγές στις οποίες είχε βασική συμμετοχή ο Διονύσης Σιμόπουλος. Και μπορώ να πω με ασφάλεια σήμερα, και είναι κάτι που στις πολλές ιδιωτικές συζητήσεις που είχαμε μαζί, δεν του είπα ποτέ: είμαι ένα από αυτά τα παιδιά, τα «αλαφροΐσκιωτα», που με τα έργα του ο Διονύσης Σιμόπουλος τράβηξε προς τα αστέρια, προς τους πλανήτες, προς το διάστημα, προς την επιστήμη. Είχα ήδη την πετριά, ούτε και θυμάμαι από πότε, ήρθε η επαφή με τις πολύ ωραίες δουλειές που έκανε ο Δ.Σ. στην τηλεόραση τότε, καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 αλλά και του ’90, ήρθε και έδεσε το γλυκό, που λένε. Βεβαίως, η παιδική μου φοβία προς τους αριθμούς και την αριθμητική, που δυστυχώς συνεχίστηκε στο γυμνάσιο, με τα φυσικομαθηματικά, δεν μου επέτρεψε ποτέ να κάνω αυτό που πάντως ονειρευόμουν μικρός, να γίνω αστρονόμος.

Σήμερα θα έλεγα πως θα ήθελα να ήμουν κοσμολόγος αλλά δεν έγινα τίποτε από τα δύο. Βρήκα όμως μια μυστική δίοδο προς τα μαγικά αυτά πεδία και αυτή η δίοδος λέγεται «εκλαϊκευμένη επιστήμη», τομέας στον οποίο ο Δ.Σ. είναι ο απόλυτος -μα ο απόλυτος!- μετρ. Είναι δάσκαλος και οδηγός, είναι ο ιθύνων νους πίσω από το Ευγενίδειο Πλανητάριο, την δημιουργία του Νέου, πριν από κάμποσα πλέον χρόνια, είχα την τιμή και την χαρά να ζήσω και να καλύψω ως δημοσιογράφος πλέον, κυρίως μέσα από τα ειδικά αφιερώματα που είχα επιμεληθεί στο ιστορικό πια ένθετο «Επτά Ημέρες» της κυριακάτικης Καθημερινής.   Τότε, γύρω στα 2003, 2004 και 2005 είχα την μεγάλη χαρά να βρεθώ στο γραφείο του Δ.Σ. και να τον βομβαρδίζω με ερωτήσεις, να περιηγηθώ στα «παρασκήνια» του Νέου Πλανηταρίου, να παραστώ στις πρώτες-πρώτες προβολές, μόνος μαζί με παιδάκια διαφόρων σχολείων – μια ανεπανάληπτη εμπειρία. Τότε λοιπόν, για μια ακόμη φορά, πήρα πολλές φορές μια πολύ καλή γεύση του αφηγηματικού οίστρου που διακρίνει τον Δ.Σ., ο οποίος ήταν ο μόνιμος σχεδόν σεναριογράφος εκείνων των προβολών, οι οποίες μετά γίνονταν και ωραιότατα, καλαίσθητα βιβλία που φυλάω ακόμα ως κόρη οφθαλμού. Τολμώ μάλιστα να πω ότι σε διάφορα ξένα πλανητάρια που έχω επισκεφθεί, όπως αυτό της Νέας Υόρκης, όχι μόνον ως προς τα τεχνικά μέσα αλλά και ως προς την αφήγηση, το στόρι τέλινγκ των παραστάσεων, τα κείμενα του Δ.Σ. για τις εδώ παραγωγές του Πλανηταρίου του Ιδρύματος Ευγενίδου δεν έχουν απολύτως τίποτα να ζηλέψουν. Η εκλαϊκευμένη επιστήμη είναι τεράστια τέχνη – και εξαιρετικά δύσκολη. Πώς δηλαδή να διατηρήσεις την ακρίβεια των δεδομένων της πρώτης, αυστηρής θα έλεγα, ύλης ενός επιστημονικού θέματος και την ίδια στιγμή να την επικοινωνήσεις σε ένα ευρύ κοινό, σε κόσμο με άγνοια -όπως εγώ- και να τον κάνεις να κατανοήσει και συνάμα να συλλάβει τη μαγεία αυτών των κόσμων.

 

 

Από τον Στίβεν Χόκινγκ και τον Ουάινμπεργκ μέχρι τον Κιπ Θορν και τον Ρότζερ Πένροουζ, από τον Καρλ Σέιγκαν έως τον Τζον Γκρίμπιν και πολλούς άλλους, μεγάλοι ξένοι επιστήμονες έχουν επιδοθεί σε αυτή την μεγάλη τέχνη της εκλαΐκευσης, εμπνέοντας και διευρύνοντας ορίζοντες σε νέους αλλά και σε λιγότερο νέους αναγνώστες και θεατές. Ο ΔΣ κάνει με απίστευτη συνέπεια και συνέχεια, με δεξιοτεχνία και σπάνια αφηγηματική μαεστρία, αυτό ακριβώς στη χώρα μας. Και δεν έχουμε πολλούς. Ο Στράτος Θεοδοσίου, μαζί με τον Μάνο Δανέζη, είναι δύο ακόμα σπουδαίοι Έλληνες εκλαϊκευτές και συγνώμη αν ξεχνώ άλλους. Νομίζω όμως ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, οπότε και επέστρεψε από την Αμερική ο Δ.Σ. στη χώρα μας, κανένας άλλος δεν έχει να επιδείξει τέτοιο έργο και τέτοια ευρεία μετάδοση γνώσης αλλά και της γοητείας της γνώσης. Θα πρόσθετα εδώ, και αυτό είναι επίσης κάτι που δεν του έχω πει, ότι τις φορές που βρέθηκα στο γραφείο του και τον άφηνα να θυμάται τα χρόνια του που βρισκόταν στην Αμερική και άκουγε τις Ρονέτς και έβλεπε τη δολοφονία του Κένεντι και κάλυπτε το αμερικανικό διαστημικό πρόγραμμα ως νέος, δόκιμος δημοσιογράφος, ανταποκριτής ελληνικών εφημερίδων, ο προφορικός του λόγος με είχε ήδη συνεπάρει και μακάρι αυτή του την περίοδο κάποτε να καθίσει να την αφηγηθεί γραπτώς.

 

 

Και θυμάμαι ακόμα την σεμνότητα που τον διακατείχε παρότι θα μπορούσε να είχε και ύφος και πόζα. Θυμάμαι πώς εξήρε την ομαδική δουλειά στο Νέο Πλανητάριο, πώς μιλούσε για τον κάθε του συνεργάτη, έναν-έναν ξεχωριστά. Και θυμάμαι μια κουβέντα του τότε: «Ακολουθώ αυτό που έλεγαν πάντοτε οι Αμερικανοί: δύο κεφάλια είναι πάντοτε καλύτερα από ένα». Όταν το 2013 τον Οκτώβριο ανέλαβα την αρχισυνταξία του ένθετου Τέχνες και Γράμματα της κυριακάτικης Καθημερινής, από την αρχή αναζητούσα τρόπους να συνεργαστώ ξανά με τον Δ.Σ. Ήθελα το ένθετο να έχει έστω και μια φορά το μήνα το στίγμα, τη σφραγίδα της πένας του. Καταφέραμε έτσι να τον φιλοξενούμε και να μας τιμά με τη δουλειά του, μία φορά το μήνα, στο στήλη Εξ αφορμής, και σχεδόν κάθε φορά οι συνεργάτες μου στην εφημερίδα, οι συντάκτες ύλης αλλά και άλλοι, εξωτερικοί συνεργάτες που διαβάζουν τακτικά το φύλλο, κάθε φορά μου λένε πόσο τους μάγεψε το κείμενο του Σιμόπουλου.  

 

 

Όμως ο ΔΣ είναι παρών στο Τέχνες και Γράμματα και με άλλους τρόπους: σε ένα κατ’ εξοχήν πολιτιστικό ένθετο τολμώ να πω ότι εισήγαγα με μεγαλύτερη συχνότητα και συνέπεια, θέματα επιστημονικά, βασισμένα σε βιβλία και ταινίες, βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης, κατάφερα και πήρα μια τηλεφωνική συνέντευξη του Κιπ Θορν λίγο πριν πάρει το Νόμπελ Φυσικής – τέλος πάντων, όλα αυτά έχουν μια καταγωγή στην τριβή μου με τα έργα και τα κείμενα του Δ.Σ. Και κάτι ακόμα: καμιά φορά, τις Κυριακές, μου στέλνει ένα μήνυμα, πόσο του άρεσε ο σημερινός κύριος Γκρι – και πόσο συχνά ο κύριος Γκρι έχει θέματα που εκκινούν από το domain του Δ.Σ.! Κλείνω όπως περίπου ξεκίνησα. Πέρασαν πολλά χρόνια από τους «Κόκκινους γίγαντες και τους άσπρους νάνους», από τότε που με τον αδελφό μου ακούγαμε τις νύχτες τη μουσική να έρχεται από τα Αστέρια. Ο οποίος αδελφός μου είναι σήμερα ερασιτέχνης αστρονόμος και αστροφωτογράφος – και να πόσο γλυκά δένουν μερικές φορές τα πράγματα. Σήμερα που είμαι νέος μπαμπάς, δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο ανυπομονώ να μεγαλώσει λίγο η κόρη μου και να αρχίσω να την πηγαίνω στις προβολές του Νέου Πλανηταρίου. Και να τις δώσω τα βιβλία του ΔΣ. Και να της πω, να, αυτός έφτιαξε αυτό το μαγικό πράγμα που έχει αυτή η δόλια χώρα.  

Δείτε επίσης