Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Πολυγραφότατος διανοούμενος, με τεράστια γκάμα ενασχόλησης, ένας σημειολόγος της ποπ κουλτούρας που έγραψε για πληθώρα θεμάτων, από την τηλεόραση και το διαδίκτυο μέχρι την πολιτική, την οικολογία και τον πολιτισμό, ο Ουμπέρτο Εκο έφυγε από κοντά μας πέρυσι τον Φεβρουάριο.

Ο γεννημένος στις 5 Ιανουαρίου τού 1932 ιταλός φιλόσοφος αποτέλεσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα φωνή αφού καταπιανόταν τόσο με “μεγάλα” όσο και με μικρά θέματα, πάντοτε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. 

Ένα από αυτά ήταν και το κείμενο με το οποίο εξηγούσε γιατί το «Νησί των Θησαυρών», το κλασικό μυθιστόρημα τού Ρ.Λ.Στίβενσον του ασκούσε μια ιδιαίτερη γοητεία:

«Κάθε φορά που βρίσκω ευκαιρία ξαναδιαβάζω το Νησί των θησαυρών. Κοντεύω να το μάθω απ’έξω. Κάθε φορά όμως μ’αρέσει όλο και περισσότερο. Την τελευταία φορά πάντως αναρωτήθηκα γιατί τελοσπάντων να είναι τόσο γοητευτικό αυτό το μυθιστόρημα του Στίβενσον.

Βέβαια, υπάρχει η αναζήτηση του θησαυρού αλλά δεν πρόκειται για τη μοναδική ιστορία του είδους. Όπως δεν πρόκειται και για τη μοναδική ιστορία με περιπέτειες στις θάλασσες και πειρατές.

Κι ακόμη, δεν είναι η μοναδική ιστορία με πρωταγωνιστή ένα συμπαθητικό παιδάκι.

 

 

Πιστεύω πως ένα από τα στοιχεία ακατανίκητης γοητείας του βιβλίου είναι η μαγική συμπάθεια που προκαλούν οι κακοί.

Προσοχή, αυτοί οι πειρατές είναι άνθρωποι έτοιμοι να σφάξουν τον καλύτερο φίλο τους για ένα σελίνι, δεν ξέρουν τι θα πει έλεος, είναι αποβράσματα, του σχοινιού και του παλουκιού, και το χειρότερο κάθαρμα απ’όλους εκείνος ο Τζον Σίλβερ, είναι επιπλέον υποκριτής και διπρόσωπος.

Κι όμως, πόσο μας αρέσουν οι συζητήσεις τους, ακόμη κι εκείνες που κάνουν λίγο πριν μαχαιρώσουν τον συνομιλητή τους. Πόσο αξιολάτρευτοι είναι σε σύγκριση με την υπεροψία του λόρδου Τρελόνι, την ξερή στρυφνότητα του καπετάνιου Σμόλετ  ή την παραφουσκωμένη ανθρωπιά του γιατρού Λίβσεϊ.

Ο Στίβενσον όμως είναι αυτός που μπόρεσε να εξηγήσει την ευγένεια του δόκτορ Τζέκιλ κάτω απ’τη μαλλιαρή φλούδα του κυρίου Χάιντ ( κι εκείνο το κομμάτι τού Χάιντ που ήδη υπήρχε στον Τζέκιλ ).

Στο Νησί των Θησαυρών όμως αυτή η “εγκαρδιότητα” τής άγριας πλευράς, η αξιαγάπητη όψη της απατεωνίας, μας αποκαλύπτεται με τα μάτια ενός παιδιού που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τη φρίκη από τη γοητεία και, στο κάτω κάτω, νιώθει μεγαλύτερη περηφάνεια για την εκτίμηση που του δείχνουν οι μαχαιροβγάλτες απ’ότι οι καθώς πρέπει άνθρωποι».

 

Δείτε επίσης