Αν μια λέξη θα μπορούσε να αποτυπώσει την ουσία του συγγραφικού πονήματος του συνθέτη Χάρη Βρόντου, αυτή είναι η “αγωνία”. Μια συνεχής αγωνία σχεδόν σε όλα τα επίπεδα της ζωής, από την απλή επιβίωση μέχρι την τιτάνια αγωνία για τη δημιουργία αξιόλογου έργου, τις περισσότερες φορές υπό συνθήκες δύσκολες και απαιτητικές.

Το βιβλίο του «Ημερολόγιο ενός συνθέτη – 1982-2012» ( εκδ. Νεφέλη ) καλύπτει, όπως άλλωστε είναι εμφανές, τρεις δεκαετίες πορείας στον χώρο της μουσικής. Αλλά και της ζωής. Αφού για τον Βρόντο, και σύμφωνα με τα γραφόμενά του, το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς μουσική αλλά και η μουσική οφείλει πάντοτε να αποτελεί απόσταγμα ζωής, να προκύπτει από αληθινές, πραγματικές καταστάσεις.

 

 

Ο ίδιος κάπου στα 30του χρόνια, πήρε τη μεγάλη απόφαση της σχεδόν ολοκληρωτικής αφοσίωσης στο έργο της σύνθεσης. Εβαλε στην άκρη έναν γάμο και ένα παιδί, έκλεισε την πόρτα στις “πολλές συνάφειες” και, συμπορευόμενος με ( πολύ ) λίγους φίλους, αφοσιώθηκε στη μουσική του που τόσο αγαπούσε. Ασφαλώς δεν ήταν μια εύκολη απόφαση και το τίμημα που πληρώθηκε ήταν βαρύ. Ωστόσο δεν ήταν αρκετό για να τον σταματήσει από τον δρόμο που αποφασιστικά είχε χαράξει.

Στις σελίδες του Ημερολογίου καταγράφονται ουσιαστικά όλες οι απόψεις και τα συναισθήματα τού συνθέτη για οτιδήποτε αφορά τον βίο του αλλά και την χώρα στην οποία ζει. Την Ελλάδα. Μια χώρα που τον ταλαιπωρεί με τις στρεβλώσεις της, οι οποίες στον δικό του χώρο εμφανίζονται με τις μάσκες της ευνοιοκρατίας, τής αδιαφορίας απέναντι στην τέχνη κι έναν επαρχιωτισμό που κυριαρχεί σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου.

 

 

Χαρακτηριστικό απόσπασμα, δηλωτικό των παραπάνω, από το βιβλίο: «Δεν με πειράζει τίποτε περισσότερο από την έπαρση και την αλαζονεία που χαρακτηρίζει αυτή τη ράτσα. Λες και η τέχνη, η σκέψη, η επιστήμη, είναι τομείς που ο άνθρωπος χρησιμοποιεί για να ανέλθει κοινωνικά και να επαίρεται. Για να επιβάλλεται και όχι να γίνεται ταπεινότερος. Οι ασήμαντοι ή, στην καλύτερη περίπτωση μέτριοι, πηγαινοέρχονται στο επαρχιακό παζάρι της Ελλαδίτσας σαν κάτι να τρέχει στα γύφτικα ».

Μοιραία, σε έναν τέτοιον χώρο, ο Βρόντος ασφυκτιά. Ωστόσο δεν παραδίνεται, δίνει τις μάχες του. Καρφώνει τις νότες στο χαρτί με πείσμα και επιμονή, επειδή αγαπά παθιασμένα τη μουσική. Χωρίς -εν τέλει- να ενδιαφέρεται για την αποδοχή του από τους “ιθύνοντες και ταγούς” που λυμαίνονται όλες τις σημαντικές παραγοντικές θέσεις και συχνά καθορίζουν την πορεία των μουσικών έργων.

Παράλληλα γράφει σε εφημερίδες και περιοδικά και εκθέτει τις -άβολες για το ευρύ κοινό- απόψεις του. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι δύσκολα μπορούν αυτές να επηρεάσουν ανθρώπους και καταστάσεις. Αλλά δεν σταματά να επισημαίνει τα κακώς κείμενα, να στηλιτεύει συμπεριφορές, να κατακρημνίζει τα ψεύτικα είδωλα.

Βάσει όσων αναφέρθηκαν, ενδεχομένως κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τον Βρόντο ως εκείνον που “βλέπει τα στραβά” μόνον των άλλων και, κάπως έτσι, προβάλλει τον δικό του εαυτό.

 

 

Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ισχύει και η απόδειξη βρίσκεται στις -σχεδόν 700 (!) σελίδες του ημερολογίου του. Ο συνθέτης, σε όλη τη διαδρομή του, “αυτομαστιγώνεται” συνεχώς, όχι υποκριτικά, αλλά σκάβοντας βαθιά στο “είναι του”, επιχειρώντας να ανακαλύψει και τη δική του αλήθεια. Συχνότατα αναρωτιέται αν υπερβάλλει, αν έχει από τους άλλους μεγάλες απαιτήσεις, αν αδικεί, αν είναι απόλυτος. Για να καταλήξει, σχεδόν πάντα, το ότι το να αποσιωπήσει εκείνο που συμβαίνει μπροστά του, για λόγους δημοσίων σχέσεων και “συναδελφικότητας”, δεν τού είναι μπορετό.

Αναπνέει πιο ελεύθερα, όποτε, μαζί με την αγαπημένη σύντροφό του Κλαιρ, βρίσκεται στο εξωτερικό και δη στην πατρίδα της συντρόφου του, την Γαλλία. Τόσο στο Παρίσι, όσο και σε γαλλικά χωριά, παρέα με καλλιτέχνες αλλά και άλλους που έχουν κοινά ενδιαφέροντα, ο Βρόντος συνομιλεί, βλέπει, ακούει και καταλήγει στο να θαυμάζει την προσέγγιση τής Γαλλίας και των πολιτών της στην παιδεία και τον πολιτισμό, τα αυστηρά κριτήρια αλλά και τον σεβασμό προς κάθε μορφή τέχνης.

Όσο για το δικό του “ίνδαλμα”, παρότι η λέξη είναι μάλλον πομπώδης για την οπτική του, αυτός είναι ο Νίκος Σκαλκώτας. Ο παραγνωρισμένος στην εποχή του συνθέτης, ο οποίος, όπως και πολλοί άλλοι, αναγνωρίστηκε μετά τον πρόωρο θάνατό του, στα 45του χρόνια. Για να τον τιμήσει ο Βρόντος επιμελήθηκε μια συλλογή είκοσι κειμένων από ανθρώπους του πολιτισμού, σε μια φροντισμένη έκδοση στα ελληνικά και τα αγγλικά, έναν φόρο τιμής στον μεγάλο καλλιτέχνη, τον οποίον η Ελλάδα κατόρθωσε να “καταπιεί”, μην αποδίδοντάς του τα εύσημα που αναλογούσαν στο σπουδαίο έργο του.

 

 

Κατά τα άλλα, στο ημερολόγιό του, συχνά με συγκέντρωση…εντομολόγου, ο Βρόντος καταγράφει και την καθημερινότητά του: τις βόλτες του στην περιοχή του ( Μετς-Παγκράτι ), την παρουσία του στα καφέ όπου γράφει μουσική αλλά και ποικίλα κείμενά του, τις συζητήσεις με τους φίλους του, τις έξεις και τα πάθη του, την αγωνία να χωρέσει σε μια μέρα όσα περισσότερα μπορεί, τις κόντρες του με όσους διαφωνεί – και οι οποίες είναι μάλλον αρκετές, τις σκέψεις και τα κατά καιρούς σχέδιά του, τις πολιτικές του απόψεις και την απογοήτευσή του από τον χώρο της Αριστεράς στον οποίον, ως νέος, ήταν ταγμένος, τη γνώμη του για διάφορα γνωστά και λιγότερο γνωστά πρόσωπα, τα μέρη όπου μεγάλωσε και επισκέπτεται συχνά, τις πρόβες και τις δοκιμές πριν το ανέβασμα κάποιου έργου του, τις αντιδράσεις και τα σχόλια των ακροατών και θεατών του μετά την προβολή του, τις περιπέτειες της υγείας του – κυρίως απόρροια του άγχους του για τη μουσική δημιουργία αλλά και την καθημερινή επιβίωση, κάποια αυτοσχέδια σατιρικά στιχουργήματα τής στιγμής, φυσικά τα -πολλά- διαβάσματά του, την σύγκρουσή του με την ζωή αλλά και τον συμβιβασμό μαζί της.

Τριάντα χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου είναι πολλά. Οταν μάλιστα αυτός ο άνθρωπος τα αποτυπώνει στο χαρτί με λεπτομέρειες σε καθημερινή βάση και τα συνδέει με τη δημιουργική του πορεία αλλά και με άλλους παράλληλα δρώντες ανθρώπους, τότε αυτές οι τρεις δεκαετίες αποκτούν ένα ευρύ ενδιαφέρον και συνθέτουν ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα. Το ημερολόγιο του Χάρη Βρόντου αναμφίβολα αντέχει και υπερασπίζεται επάξια αυτόν τον χαρακτηρισμό… 

 

 

 

 

Δείτε επίσης