Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

του: Γουίλιαμ Μάλινσον, πρώην βρετανού διπλωμάτη, καθηγητή Πολιτικών Ιδεών και Θεσμών στο πανεπιστήμιο Guglielmo Marconi.

Ο κόσμος σήμερα βρίσκεται σε μια κατάσταση ρευστότητας, με το ΝΑΤΟ να συνεχίζει να προσπαθεί να επιβληθεί ως ο παγκόσμιος χωροφύλακας, περικυκλώνοντας τη Ρωσία και την Κίνα, και πιέζοντας τα μέλη του ΝΑΤΟ να ξοδέψουν περισσότερα στον τομέα της Αμυνας ( αν και “Επίθεση” θα ήταν ίσως η καταλληλότερη λέξη ). Η θεωρία του Τζιαμπατίστα Βίκο για το παγκόσμιο εκρεμμές που κινείται μεταξύ αναρχίας-τάξης- αναρχίας μάς έρχεται άμεσα στο μυαλό.

Εν μέσω όλων αυτών, κι ενώ η Ρωσία και το Ιράν βοηθούν τη συριακή κυβέρνηση να καταστρέψει τούς από το εξωτερικό χρηματοδοτούμενους τρομοκράτες στη Συρία, κι ενώ η Ουκρανία συνεχίζει να σιγοβράζει, κι ενώ η κρίση στην Υεμένη συνεχίζεται, κι ενώ η Τουρκία κινείται μεταξύ αναρχίας και δικτατορίας κι ενώ η δειλή Βρετανία αναζητά ηγεσία για την κατάσταση Brexit, κι ενώ ο πρόεδρος Τραμπ έχει βάλει την γάτα ανάμεσα στα περιστέρια του ΝΑΤΟ, η Ε.Ε. προέβη σε ανακοίνωση για έναν ανεξάρτητο ευρωπαϊκό στρατό.

 

 

Το σημείο κλειδί είναι ότι οι ΗΠΑ, ύστερα από βρετανική πίεση στον πρόεδρο Τρούμαν, αποφάσισαν ότι έπρεπε να ελέγξουν την μεταπολεμική Ευρώπη, Ακολούθησαν το Marshall Plan, η Brussels Treaty Organisation (BTO), η European Defence Community (EDC) και η Ε.Ε., που χρησιμοποιήθηκαν ως μια γέφυρα αποδοχής της Γερμανίας ως μέλος του ΝΑΤΟ. Η Μόσχα έμεινε σε αμυντική θέση όπως το 1812 και το 1942.

Ενας αυθεντικά ανεξάρτητος ευρωπαϊκός στρατός δεν θα ήταν αποδεκτός από τις ΗΠΑ – ακόμη και η ΕDC θα εξαρτώνταν από το ΝATO. Με την απόφαση του Ντε Γκολ για απόσυρση και τη συνεχή γαλλική ενόχληση στους Αγγλοσάξονες, όπως και με μια πιο φιλική στάση προς τη Μόσχα απ’ότι οι περισσότεροι θα τολμούσαν, το ΝΑΤΟ “ταρακουνήθηκε” αλλά δεν κλονίστηκε.

Η γερμανική Ostpolitik, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα τής ΕΣΣΔ, οδήγησε στην πτώση του τείχους του Βερολίνου, στην εξάπλωση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά στα χρόνια του Γέλτσιν, στον παράνομο βομβαρδισμό τής Σερβίας και του Μαυροβούνιου και σε μια τυπική αλλά σταθερή αμυντική ρωσική αντίδραση υπό τον Βλαντιμιρ Πούτιν ενόσω το ΝΑΤΟ συνέχιζε την επέκτασή του εισβάλλοντας στο Αφγανιστάν και καταλήγοντας στην καταστροφή της Λιβύης, με την παράνομη παρέμβασή του. Παρότι η παράνομη εισβολή στο Ιράκ δεν ήταν μια επίσημη επιχείρηση του ΝΑΤΟ, εξαιτίας της γαλλογερμανικής αντίδρασης, η περιώνυμη “συμμαχία των προθύμων” ήταν σε μεγάλο βαθμό μια de facto επιχείρηση υπό την ηγεσία ΗΠΑ/NATO.

 

 

Στο ΝΑΤΟ υπήρχε ανησυχία για την γαλλογερμανική αντίδραση αλλά η Μέρκελ και ο Σαρκοζί το άλλαξαν αυτό. Η μετάλλαξη των γαλλογερμανικών πολιτικών υπήρξε πραγματικά αξιοσημείωτη. Ειδικά ο Σαρκοζί, ανέτρεψε εντελώς την ντεγκολική πολιτική τής ανεξαρτησίας, εντάσσοντας -και πάλι- την Γαλλία στη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ.

Επίσης παρά την ξεκάθαρη αντιρωσική ρητορική που κυριαρχούσε στις ΗΠΑ και τη Βρετανία υπήρξαν και κάποιες προσπάθειες στρατιωτικής ανεξαρτητοποίησης τής Ε.Ε. από το ΝΑΤΟ, παρότι θνησιγενείς.

Εάν έχετε ελαφρώς μπερδευτεί με όλα αυτά, είναι ακριβώς επειδή…είναι μπερδεμένα. Μια ιστορία σύγχυσης, με χαρακτηριστικά την κακή οργάνωση και την έλειψη ηγεσίας, που ταιριάζει απολύτως στο αμερικανικό στρατιωβιομηχανικό σύμπλεγμα, του οποίου ο κύριος στόχος, θα έλεγαν κάποιοι, είναι να δαιμονοποιήσουν τη Ρωσία και τον Πούτιν, όσο και το να ενθαρρυνθεί η τρομοκρατία, ώστε να δοθεί έμφαση στην ανάγκη “καπελώματος” τής Ε.Ε. από το ΝΑΤΟ.

 

 

Εδώ, μια φανερή επισήμανση: καθώς έδειξε η ουκρανική εμπειρία οι ΗΠΑ παραμένουν παρανοϊκές για μια ενδεχόμενη φιλική σχέση Ρωσίας – Ε.Ε., καθώς αυτή μπορεί να οδηγήσει όχι μόνον στο τέλος του ΝΑΤΟ, όπως το γνωρίζουμε,  αλλά ακόμη και σε μια αυθεντικά ισχυρή ευρωπαϊκή δύναμη σε διάστημα λίγων χρόνων, φιλική προς τη Ρωσία, σχέση που θα προωθούσε τα συμφέροντα των ευρωπαικών αμυντικών βιομηχανιών, με αποτέλεσμα τεράστιες απώλειες για τους μετόχους των εταιρειών όπλων των ΗΠΑ.

Παρ’όλα αυτά, οι ΗΠΑ δεν έχουν το παραμικρό πρόβλημα να ενθαρρύονουν και να χορηγούν τις αμυντικές πρωτοβουλίες τής Ε.Ε., αρκεί αυτές να στρέφονται κατά της Ρωσίας…

Συνεπώς, πού βρίσκονται η Ελλάδα και η Κύπρος σε αυτόν τον γεωπολιτικό χάρτη; Ουσιαστικά “στα ίδια”, καθώς η Τουρκία θα συνεχίζει να διεκδικεί και να απειλεί τα ελληνικά νησιά, ένταση που θέλουν οι ΗΠΑ και η οποία καταστρέφει οικονομικά την Ελλάδα αφού ξοδεύει πάνω από το 2% του ΑΕΠ της σε εξοπλισμούς, εξαιτίας της Τουρκίας.

Το ίδιο και η Κύπρος. Η Τουρκία έχει κατορθώσει να ισορροπήσει την κατοχή της Κύπρου και τις διεκδικήσεις της στο ελληνικό έδαφος με τις προσπάθειές της να ενωθεί με την Ε.Ε., η οποία μπορεί καν να μην υπάρχει με την μορφή που την ξέρουμε τα επόμενα χρόνια.

Ο μόνος παράγοντας που μπορεί να θέσει ένα τέλος στα ελληνικά και κυπριακά προβλήματα με την τουρική επιθετικότητα είναι μια σταθερή ρωσική πολιτική πίεσης στην Τουρκία.

 

 

Αλλά πρός το παρόν, όπως και στο παρελθόν, η Ρωσία χαίρεται να βλέπει τα προβλήματα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, αφού αυτά γελοιοποιούν την υποτιθέμενη ΝΑΤΟική συμμαχία. Μόνον αν τα ρωσικά συμφέροντα απειληθούν, μόνον τότε η Ρωσία θα βοηθήσει την Ελλάδα και την Κύπρο, όπως συνέβη με την περίπτωση του σχεδίου Ανάν, το οποίο θα ενίσχυε το ΝΑΤΟ με τα έξοδα αυτού που θα απέμενε από την κυπριακή ανεξαρτησία.

Συν τοις άλλοις, απαιτείται μια γενναία και καλά συντονισμένη κίνηση από Ελλάδα και Κύπρο, αν θέλουν να σταματήσουν τη ροή των πραγμάτων, δηλαδή μια σοβαρή προσφορά μακροπρόθεσμης συνεργασίας σε επίεπδο αμυντικών βάσεων με τη Ρωσία, στην Κύπρο και ίσως στην Κρήτη, με ταυτόχρονο τερματισμό τής συμφωνίας με τις ΗΠΑ για τον κόλπο τής Σούδας.

Αυτό το άρθρο ξεκίνησε με την διαπίστωση ότι ο κόσμος είναι την τρέχουσα περίοδο σε μια εξαιρετικά ρευστή κατάσταση. Συνεπώς, τώρα είναι η ώρα για σοβαρή μυστική διπλωματία. Η Ρωσία έχει καλόν λόγο να μην εμπιστεύεται τους έλληνες ηγέτες: οι αντισοβιετικές πολιτικές του Ελευθερίου Βενιζέλου, και, πιο πρόσφατα, η απομάκρυνση τού αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, είναι μόνον δύο παραδείγματα.

Εκείνο στο οποίο μπορεί να ελπίζει κανείς είναι ότι οι διπλωμάτες της ΑΘήνας και της Λευκωσίας κάνουν καλή δουλειά στην Ουάσιγκτον, όχι με την επιθετική κυβέρνηση Ομπάμα, αλλά με τους Τραμπ-ίστες. Από τη στιγμή που οι ΗΠΑ και η Βρετανία θα έχουν μια ακόμη ευκαιρία στα μέσα Ιανουρίου να επιχειρήσουν και πάλι την επιβολή του σχεδίου ΝΑΤΟ-Ανάν, είναι σημαντικό να επιτευχθεί η ανάμιξη τής Μόσχας με έναν πιο σοβαρό τρόπο. Τότε η Ελλάδα δεν θα έχει να ανησυχεί καθόλου για τον Ε.Ε. στρατό.

 

Δείτε επίσης