Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Ο Μένης Κουμανταρέας, στον οποίο το περιοδικό Πανός αφιερώνει ένα εξαιρετικό τεύχος, έγραψε για πολλές ελληνικές πόλεις, τις εντυπώσεις του κ.λπ. Πολλές, τις συμπεριέλαβε στα βιβλία του. Στη Βιοτεχνία Υαλικών, ένα βιβλίο που και εκείνος θεωρούσε από τα καλύτερά του, περιγράφει την Πάτρα, μέσα από τα μάτια της ηρωίδας του, της Μπέμπας:

«Ένα όνειρο παλιό τούτος ο κόσμος, τής θύμιζε παιδική ηλικία, όταν με τον πατέρα της κατέβαιναν από το Αίγιο στην Πάτρα, ν παραλάβει ο πατέρας κάποιο εμπόρευμα, κι εκείνη έσμιγε με το πλήθος: η μυρουδιά τόσο διαφορετική από άνθρωπο σε άνθρωπο κι από άντρα σε γυναίκα. Στριμωχνόταν στις αποθήκες που οι γραμματικοί τσεκάριζαν τα φορτία.φορτώσεως και στις προβλήτες όπου οι μπίγες του οργανισμού Λιμένος, υψωμένες, άφηναν να κρέμονται οι σαμπανιές με τα κιβώτια και την επιγραφή “προσοχή εύθραυστον”.

Αργότερα πάλι, τα βράδια στην προκυμαία ο περίπατος της κοινωνίας, οι ματιές, τα σούσουρα, οι κουβέντες για την πολιτική στα καφενεία». 

«…έπειτα, άξαφνα εντελώς είδε πως είχε βρεθεί με τον πατέρα της στο Αίγιο, παλιά, όταν πήγαιναν περίπατο στα Ψηλά Αλώνια, κι από κει πάνω έβλεπαν χαμηλά την πόλη. Τα σπίτια με τα κόκκινα κεραμίδια, τις στριφογυριστές σιδερένιες σκάλες που σκαρφάλωναν ίσαμε τις ταράτσες, ένα χαρταετό πιασμένο στα σύρματα της ηλεκτρικής εταιρείας, την πλατεία με τα καθίσματα, που ο κόσμος έτρωγε παγωτό και υποβρύχιο. Κι η θάλασσα πέρα στο βάθος, όταν ο ήλιος χαμήλωνε, να παίρνει χρώματα βαθυκόκκινα, σα να είχαν πετάξει κανένα σφαχτάρι μέσα.

Εμεναν τα βουνά απέναντι στη Ρούμελη τυλιγμένα σε ομίχλη, μια θολούρα που ολοένα κατέβαινε, σκοτείνιαζε στα μάτια της, και τότε με αγωνία έψαχνε να βρει το χέρι του πατέρα της, που, με το κυριακάτικο κοστούμι του και το γιακά στο πουκάμισο ανοιχτό, την έβλεπε από το ύψος του και της χαμογελούσε…».

 

 

Δείτε επίσης