Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Ένα κρύο και βροχερό κυριακάτικο βράδυ, κάπου στα τέλη των ’90ς, σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Μανχάταν, ο vegan Moby, λίγο πριν η καριέρα του αρχίσει να απογειώνεται, έχει απολαύσει το φαγητό του και, μην έχοντας διάθεση να βγει έξω:

«Κάθησα μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή, πάτησα το play και άκουσα το κομμάτι μέχρι εκεί που είχα φτάσει. Τα κρουστά ήταν πολύ απλά, αλλά ταίριαζαν ωραία με τα φωνητικά αποσπάσματα που, κατόπιν επεξεργασίας, ακούγονταν σαν στίχοι: «Why does my heart, feel so bad? Why does my soul, feel so bad?».

Τα φωνητικά ήταν στη ντο μείζονα αλλά ήθελα το κομμάτι να αρχίζει πένθιμα, γι’αυτό ξεκίνησα με λα ελάσσονα συγχορδία στο πιάνο. Η θλιμμένη λα ελάσσονα ταίριαζε τόσο με τη συγχορδία στο πιάνο! Η βροχή έπεφτε στους φεγγίτες, χαμήλωσα τα φώτα του δωματίου, κάθισα στην καρέκλα μου και άκουσα τα κρουστά, τα φωνητικά και τις συγχορδίες σε επανάληψη, ξανά και ξανά.

 

 

Άναψα ένα παλιό ψηφιακό συνθεσάιζερ από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 το oποίο συνδύαζε ωραία πιάνο και έγχορδα και επένδυσα στις συγχορδίες και τα φωνητικά με κατιούσα μελωδία. Καλό ακουγόταν αλλά χρειαζόταν ρεφρέν.

Επέστρεψα από την ντο μείζονα στη λα ελάσσονα. Παρόλο που ήταν λυπητερή, έδινε έναν τόνο ελπίδας σε συνδυασμό με τον στίχο «He’s opened doors». Μετά πέρασα από τη λα ελάσσονα στη φα μείζονα και το ρεφρέν έγινε πανηγυρικό. Επέστρεψα στη ντο μείζονα, κατασταλάζοντας στην ελπίδα και τη χαρά του ρεφρέν.

Ακούμπησα πίσω στην πλάτη της καρέκλας μου νιώθοντας τη γνώριμη έξαψη που είχα πάντα όταν έγραφα κάτι που ήταν καλό. Δυό ώρες αργότερα το τραγούδι ήταν έτοιμο. Του έδωσα απλή δομή: εισαγωγή, κουπλέ, ρεφρέν, κουπλέ, σύντομο κλείσιμο. Ήταν έτοιμο.

Δεν ήξερα αν ήταν καλό και αν θα άρεσε σε κανέναν άλλον, αλλά, έτσι, όπως καθόμουν στο μικρό μου στούντιο, προφυλαγμένος από την κρύα βροχή, μου φάνηκε ολοκληρωμένο και όμορφο». 

Δείτε επίσης