Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Η αυτοβιογραφία του, «Η σήραγγα των περιστεριών – Ιστορίες από τη ζωή μου», έχει λίγες μέρες που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Bell. Ο 85χρονος Τζον Λε Καρέ, ίσως ο κορυφαίος συγγραφέας βιβλίων κατασκοπείας τής εποχής μας, ξεδιπλώνει κρυφές πτυχές της ζωής του, θυμάται τον καιρό της ενεργούς δράσης του ως κατάσκοπος, παραθέτει στοιχεία και λεπτομέρειες για τα βιβλία του, πολλά από τα οποία έγιναν κινηματογραφικές ταινίες κ.ο.κ.

Το πραγματικό του όνομα, Ντέιβιντ Κόρνγουελ. Υπήρξε πράκτορας των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου αλλά ήταν μεταξύ αυτών, που ο διαβόητος Κιμ Φίλμπι  “έδωσε” τα ονόματά τους στους Σοβιετικούς, “καίγοντάς τον” ως πράκτορα. Εν συνεχεία αφοσιώθηκε στη συγγραφή και μάλλον καλά έκανε, απ΄ότι δείχνει η γενικότερη απήχηση του έργου του. Όχι άδικα, θεωρείται ο μαιτρ του κατασκοπικού μυθιστορήματος.

Πολλά βιβλία του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο όπως «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο», «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι», «Ο επίμονος κηπουρός», «Ο ράφτης του Παναμά», «Ο Νο1 καταζητούμενος» κ.α. 

 

 

Η γενική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στα βιβλία του Τζον Λε Καρέ αποτυπώνεται από τον ίδιο στην εισαγωγή του βιβλίου του «Οι άνθρωποι του Σμάιλι»:

«Οι Ανθρωποι του Σμάιλι είναι το τρίτο και τελευταίο μυθιστόρημα μιας τριλογίας όπου εξιστορείται η μονομαχία, με όπλο την ευφυία, μεταξύ του Τζορτζ Σμάιλι, τής Βρετανικής Μυστικής Υπηρεσίας, την οποία αποκάλεσα Σέρκους και του αντιπάλου του στην KGB, και alter ego του, με το κωδικό όνομα Κάρλα. Το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας ήταν Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι, και το δεύτερο Ο Εντιμότατος μαθητής.

Η μεγαλεπήβολη φιλοδοξία μου ήταν να γράψω όχι τρία αλλά πολλά, δέκα ή δεκαπέντε, περιγράφοντας ένα επικό αδιέξοδο ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές μου, που θα κάλυπτε κάθε γωνιά του πλανήτη και όλο μαζί θα αποτελούσε μια ψυχροπολεμική Ανθρώπινη Κωμωδία στη γλώσσα της αμοιβαίας κατασκοπίας.

Γιατί η κατασκοπία σε όλες τις διαφορετικές μορφές της ήταν εν τέλει το πεδίο μάχης του ψυχρού πολέμου, και φαντάροι ήταν οι κατάσκοποι. Θερμοί πόλεμοι όπως της Κορέας και του Βιετνάμ μπορεί να έρχονταν και να παρέρχονταν, η κατσκοπία όμως ήταν συνεχής.

Η μονομανία που καθένα από τα δύο μεγάλα οικονομικά συστήματα είχε με την ταυτότητα, τις προθέσεις, τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του άλλου, είχε ως το ’70, πλέον, δημιουργήσει μια κατάσταση αμοιβαίας επαγρύπνησης και παράνοιας δίχως όρια.

 

 

Κάθε πλευρά ήταν έτοιμη να ποντάρει οποιοδήποτε ποσό, να πάρει οποιοδήποτε ρίσκο, να πει οποιοδήποτε ψέμα, ώστε να κερδίσει ένα φαινομενικό πλεονέκτημα στον τομέα των πληροφοριών. Καμία δεν έμοιαζε ικανή να συλλάβει την απόλυτη ματαιότητα αυτής της κατάστασης.

Διόλου παράξενο που, όταν ο παίκτες μπόρεσαν τελικά να δουν τα χαρτιά ο μεν του δε, αποδείχτηκε ότι ο καθένας είχε απείρως μεγαλοποιήσει τη στρατηγική ικανότητα του άλλου.

Απ’αυτήν την άποψη, η αναζήτηση πληροφοριών έπαιρνε στη χειρότερή της περίπτωση μια σχεδόν μυθική μορφή, με τους κατασκόπους να πρέπει όχι τόσο να αναφέρουν την αλήθεια σχετικά με τον εχθρό όσο να τον παρουσιάζουν με μορφή αρκετά τερατώδη ώστε η κατάσταση συναγερμού να εξακολουθεί εις τον αιώνα τον άπαντα. 

Και στην καρδιά αυτού του πολέμου των φαντασιώσεων υπήρχε ο πόλεμος μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών των αντίπαλων μπλοκ – σίγουρα το πιο στείρο, το λιγότερο παραγωγικό και το πλέον εθιστικό απ’όλα τα παιχνίδια των κατασκόπων, μιας και ούτε διαφωτίζουν μ’αυτό ούτε ωφελούν τον αληθινό κόσμο που τους δίνει το ψωμί τους, και μετατρέπει την κατά βάση πολύ απλή δουλειά της κατασκοπίας σ’έναν ατελείωτο λαβύρινθο από καθρέφτες όπου μόνον επαγγελματίες γίνονται δεκτοί και κανενός τα μάτια δεν ανοίγουν εν τέλει.

 

 

Καθ’οδόν είχα πιο ηθικολογικές ιδέες που ήθελα να βάλω στο μεγάλο μου έργο αρκεί να έβρισκα έναν τρόπο να τις δραματοποιήσω.

Ακόμα κι ανατρεπτικές ιδέες, για την ηθική διαφθορά που ο ψυχρός πόλεμος προκαλούσε και στον δυτικό κόσμο και στον κομμουνιστικό, παραδείγματος χάρη, και για το πώς η ψυχροπολεμική λατρεία του ψέματος διαπότιζε κάθε πλευρά του δυτικού δημόσιου βίου, έτσι που σ’αυτήν την χώρα, μόνο, δεν υπήρχε σχεδόν ούτε ένα κυβερνητικό όργανο, από τα τοπικά κι απάνω, που να μην επικαλείται το φάσμα του κινδύνου για την εθνική ασφάλεια, προκειμένου να συγκαλύψει τις προκαταλήψεις του, την ανικανότητά του και τη διαφθορά του. 

Και ο Σμάιλι θα ήταν ο πρόμαχός μου,το φερέφωνό μου, ο περιπλανώμενος ιππότης μου.

…Θυμάμαι πάντα τα λόγια ενός βερολινέζου κωμικού όταν, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, το Τείχος του Βερολίνου τελικά έπεσε. «Εχασαν αυτοί που έπρεπε να χάσουν, κέρδισαν όμως αυτοί που δεν έπρεπε να κερδίσουν». Εννοούσε, φαντάζομαι, πως νικήσαμε τον κομμουνισμό, παραμένει δε το πρόβλημα της δικής μας απληστίας και αδιαφορίας απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο έξω από τον δικό μας.

Πάω στοίχημα ότι ο Τζορτζ Σμάιλι, αν είναι ακόμα μαζί μας, εξακολουθεί να αγωνιά για την απάντηση…»

 

Δείτε επίσης