Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

-Τι πραγματεύεται το νέο σας βιβλίο; Από πού αντλήσατε έμπνευση;

Είναι ένα θρίλερ με μαύρες αποχρώσεις εμπνευσμένο από το τι γίνεται στη Μέση Ανατολή, από τον χορό των πρακτόρων που γίνεται καθημερινά στην χώρα μας, από τις παγίδες που είναι στημένες ολόγυρά μας κι από κάποια δυνατή ιστορία ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που δεν ήξεραν πόσο ερωτευμένο ήσαν ο ένας με τον άλλο.

-Η σχέση σας με τη «Μάσκα». Έχω διαβάσει ότι είχατε κάνει μια πολύ εντυπωσιακή εμφάνιση στα γραφεία την πρώτη φορά, σε εφηβική ηλικία, με καμπαρντίνα, ρεπούμπλικα κ.λπ.

Θα απαντήσω με κάτι που είπα σε μια άλλη συνέντευξη, παλιότερα, επειδή απαντάει με ακρίβεια στην ερώτηση που μου κάνατε. Η «Μάσκα» υπήρξε για μένα (και δυστυχώς εξακολουθεί να είναι) η ερωμένη που αγάπησα και μίσησα ταυτόχρονα όσο καμιά άλλη στη ζωή μου. Την αγάπησα επειδή με έμπασε σε έναν κόσμο που, όπως αποδείχτηκε, ήταν ο δικός μου κόσμος, ο μοναδικός κόσμος μέσα στον οποίο θα μπορούσα να αναπτυχθώ, να ζήσω, να δημιουργήσω, να εξελιχθώ, να γνωρίσω και να αντιμετωπίσω τον φθόνο και την ζήλεια σε μορφές που λίγοι έχουν γνωρίσει, αλλά και να εισπράξω εκδηλώσεις αγάπης και θαυμασμού που σε ελάχιστες άλλες στράτες της ζωής θα μπορούσα να απολαύσω και την μίσησα επειδή με έμπλεξε στα δίχτυα της πολύ νωρίς, με θάμπωσε με τα κάλλη της και τα μυστικά που έκρυβε, κυριολεκτικά μου φόρεσε παρωπίδες και με έριξε σε μια πορεία που μου στέρησε χαρές κι επιτεύγματα που έζησαν και κατάφεραν άλλοι που δεν είχαν την ατυχία να την γνωρίσουν.

 

maska_mysterio_logo

 

Όσο για τη γνωριμία μου με τη «Μάσκα», την περιέγραψα… μυθιστορηματικά στον πρόλογο που έγραψα στο βιβλίο μου ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΘΑΝΑΤΟΥ που πρόσφερε στους αναγνώστες της η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ το 2011. Κι ήταν τόσο παραστατική και στο ύφος των ιστοριών που δημοσίευε η «Μάσκα» που κάποιοι «κακόγλωσσοι» είπαν ότι άξιζε περισσότερο από το μυθιστόρημα!

«Ψωνισμένος» από τα γεννοφάσκια μου με το είδος, συνήθιζα τότε (στα 17 μου) να κυκλοφορώ με γκαμπαρντίνα, με τον γιακά σηκωμένο, καπέλο τύπου Fedora και, όταν πήγαινα σε «ειδικές αποστολές», με ένα αυτόματο τύπου Beretta, δανεισμένο από τον κατά πολύ μεγαλύτερο αδερφό μου, που τοποθετούσα κάτω από τη μασχάλη μου σε μια θήκη δικής μου επινοήσεως – όπως όλοι οι καλοί ντετέκτιβς που έβλεπα στον κινηματογράφο.

Έτσι πήγα στο γραφείο του Απόστολου Μαγγανάρη που, επειδή είχε πάψει να κυκλοφορεί η «Μάσκα», δούλευε στις εκδόσεις Λαμπράκη, τον σημερινό ΔΟΛ, ως αρχισυντάκτης της εβδομαδιαίας εφημερίδας ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, του πρώτου tabloid που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα και του ζήτησα δουλειά. Να γράφω, δηλαδή, ένα αστυνομικό διήγημα κάθε εβδομάδα, όπως έκανα στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ στα 16 μου, μέχρι την ημέρα που με… απέλυσε ο Αλέκος Φιλιππόπουλος με την «εντολή» να πάω να τελειώσω το σχολείο μου (που το είχα βάλει σε δεύτερη μοίρα, μεταξύ μας) και μετά να ξαναπάω να τον δω.

Ο Μαγγανάρης, όπως ήταν φυσικό, έμεινε άναυδος και λόγω της εμφανίσεώς μου, αλλά και λόγω των όσων άρχισα να του λέω, ασταμάτητα. Κι όταν κατάφερε να μπει «σφήνα» στον δικό μου χείμαρρο μου είπε τις μαγικές λέξεις: «Δεν θα δουλέψεις στον «Ταχυδρόμο». Θα ξαναβγάλουμε τη «Μάσκα».»

Σε τέτοιο σημείο τον είχα… ζαλίσει! Να αποφασίσει να εκδώσει ξανά ένα περιοδικό που είχε κλείσει λόγω ελλείψεως ύλης και, συνεπώς, κακής κυκλοφορίας, μόνο και μόνο επειδή του ξεσήκωσα τα μυαλά με τον ενθουσιασμό μου, τις γνώσεις μου περί το αστυνομικό μυθιστόρημα, ιδιαίτερα το νεώτερο για την εποχή εκείνη – μιλάμε για το 1954. Είχα ξυπνήσει μέσα του το «παιδί» που είχε μπροστά του, παρά τα 55 του χρόνια, τότε!

 

%cf%84%ce%b6%ce%af%ce%bc%ce%bc%cf%85-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b7%cf%82-1

 

-Ποιό ήταν το κοινωνικό υπόβαθρο της εποχής, το όλο περιβάλλον? Εγκληματικότητα κ.λπ. 

Εγκληματικότητα υπήρχε, αλλά όπως θα την περιέγραφε ο… Λέμι Κόσιον, ήταν «σεμνή και ταπεινή». Δεν προχωρούσε σε τέτοιες ακρότητες, όπως κάνουν οι σημερινοί κυρίως «εισαγόμενοι» εγκληματίες. Κατά τα άλλα, η Ελλάδα πάλευε ακόμα να σταθεί στα πόδια της, ύστερα από τον εμφύλιο και τις άλλες ξένες παρεμβάσεις. Γενικά, στην κοινωνία βασίλευε ακόμα η οικογένεια.

-Θα διάβαζαν σήμερα τη “Μάσκα” οι νέοι της εποχής; Έχουν αναλογίες οι δύο διαφορετικές εποχές; Αναμφίβολα σήμερα υπάρχει πολλή περισσότερη βία…

Οι ιστορίες που δημοσίευα εγώ στη «Μάσκα», αλλά και στο αντίπαλο περιοδικό «Μυστήριο», ήσαν διαλεγμένες μία-μια από εκατοντάδες ιστορίες, από δεκάδες ξένα περιοδικά, βιβλία ή ανθολογίες και πολλές από αυτές ήσαν αριστουργήματα. Αλλιώς δεν θα είχαν δημιουργηθεί οι θρύλοι που άκουγαν στα ονόματα Dashiell Hammet, Erle Stanley Gardner, Jonathan Latimer, Raymond Chandler, Ellery Queen, Rex Stout και τόσοι άλλοι. Και δεν πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος – νέος ή μεγάλος — που θα αρχίσει να διαβάζει μια καλή ιστορία και θα μείνει ασυγκίνητος. Μακάρι να μου δινόταν η ευκαιρία να το αποδείξω για μια ακόμα φορά.

-Τι σας γοητεύει στον κόσμο του αστυνομικού μυθιστορήματος ώστε να ασχοληθείτε μαζί του αρχικά ως αναγνώστης και εν συνεχεία ως συγγραφέας;

Στην ερώτηση αυτή θα μπορούσε να απαντήσει με σαφήνεια μόνον ο… δρ Φροϋντ. Γνώρισα τη «Μάσκα» στα εννιά προς τα δέκα, όταν ο μεγαλύτερος αδερφός μου έφερε στο σπίτι έναν τόμο δέκα τευχών και μου κούνησε το δάχτυλο απαγορευτικά – δεν έπρεπε να διαβάσω «Μάσκα», ήμουν πολύ μικρός ακόμα. Ατίθασος από τα γεννοφάσκια μου, όχι μόνο διάβασα και τα δέκα τεύχη εκείνου του τόμου, αλλά διάβασα και τον δεύτερο και τον τρίτο τόμο που έφερε, ανύποπτος ότι είχα παρακούσει την απαγόρευση ή ότι αυτό το διάβασμα είχε ξυπνήσει μέσα μου την σπίθα του συγγραφέα που, αργότερα, θα επιβαλλόταν σε κάθε άλλη μου ικανότητα. Είχα ανακαλύψει τον κόσμο μου. Εκεί εγκαταστάθηκα και παραμένω και θα παραμείνω μέχρι που να πέσει η… αυλαία.

 

maska_korinis_02

 

-Πείτε μου 2-3 ωραίες ταινίες βασισμένες σε αστυνομικά μυθιστορήματα που η κινηματογραφική μεταφορά τους σάς έχει γοητεύσει.

Δεν γοητεύομαι εύκολα, παρά μόνο από γνήσια δημιουργήματα όπου το ταλέντο λάμπει σαν πολύτιμος λίθος. Πόσο μάλλον από ταινίες που στραπατσάρισαν αριστουργήματα μόνο και μόνο επειδή ο τάδε σεναριογράφος πίστεψε ότι ήταν καλύτερος από τον συγγραφέα ή ο δείνα παραγωγός του είπε «βάλε και λίγο απ΄ αυτό για να εντυπωσιάσουμε το κοινό». Η μεταφορά ιστοριών του Simon Templar, περισσότερο γνωστού με το παρατσούκλι «ο Άγιος», του απίστευτου δημιουργήματος του Leslie Charteris είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Κανένας σεναριογράφος δεν μπόρεσε να μεταφέρει στην οθόνη το εκπληκτικό πνεύμα του συγγραφέα και την μοναδικότητα του «ήρωα». Αντίθετα, γοητεύτηκα από ταινίες που βασίστηκαν σε πρωτότυπα σενάρια ανθρώπων με γνώση της τέχνης του κινηματογράφου και της τεχνικής που συνδυάζει διάλογο και εικόνα για να πλάσσει χαρακτήρα και να «τρελάνει» τον θεατή. Παράδειγμα η ταινία «Black Rain” σε σκηνοθεσία Ridley Scott.

-Ποιός είναι, κατ’ εσάς, ο κορυφαίος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων και γιατί; Ή οι 2-3 κορυφαίοι;

Δεν μπορείς να βάλεις έναν συγγραφέα μόνο πάνω από όλους τους άλλους. Άλλωστε, γράφτηκαν και γράφονται τόσες παραλλαγές του είδους. Κορυφαίος ήταν ο Edgar Alan Poe, επειδή επινόησε το είδος. Κορυφαίος και ο Caroll John Daly που επινόησε τον σκληροτράχηλο ιδιωτικό ντετέκτιβ, ακόμα πιο κορυφαίος ο Dashiell Hammet που έδωσε στο detective story την μορφή που αντέγραψαν όλοι οι επόμενοι, κορυφαίος ο Erle Stanley Gardner που απογείωσε το «δικαστηριακό», ας το πούμε έτσι, detective story, κορυφαίος και ο Raymond Chandler που πρόσθεσε κάποια φινέτσα στο detective story, κορυφαίος ο Ed McBain που παρέλαβε το police procedural — το μόνο είδος που δικαιωματικά μπορεί να ονομαστεί «αστυνομικό μυθιστόρημα» — από τον Lawrence Treat και το ανέβασε στα ουράνια, κορυφαίος και ο Mickey Spillane που «καπέλωσε» όλους εκείνους τους συγγραφείς που μέχρι τότε πίστευαν ότι έγραφαν hardboiled stories.

 

%ce%bf-%cf%84%ce%b6%ce%af%ce%bc%ce%bc%cf%85-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b7%cf%82-%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%8d%cf%80%cf%84%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89-%ce%b1

 

-Πουαρό βλέπετε στην τηλεόραση αυτή την περίοδο ( στην ΕΤ1 );

Όχι και ο λόγος είναι ότι ο Hercule Poirot που γνώρισα εγώ, μεταφράζοντας τις σχετικές ιστορίες της Agatha Christie, δεν έχει καμιά σχέση με τον Πουαρό της μικρής οθόνης. Εκείνος ο Πουαρό είναι ένας μικρόσωμος, σπαστικός τύπος, εξυπνάκιας με φινέτσα, σκέτο «ζουζούνι». Ο τηλεοπτικός Πουαρό είναι όπως ήταν ο τηλεοπτικός «Άγιος» – κάπως κέρινος.

-Το σκανδιναβικό νουάρ ( Στιγκ Λάρσον, Τζο Νέσμπο κ.α.), εδώ και σχεδόν μια δεκαετία, θεωρείται το νέο trend στον χώρο του αστυνομικού μυθιστορήματος. Δικαιολογημένα ή όχι;

Την απάντηση αυτή θα την ζητήσετε από τους λάτρεις του σκανδιναβικού. Εγώ δεν έχω διαβάσει κανένα πρώτον επειδή δεν διαβάζω μεταφράσεις, προτιμώ το πρωτότυπο και το πρωτότυπο είναι σε μια γλώσσα που δεν κατέχω. Και να ήξερα σκανδιναβικά, όμως, πάλι δεν θα διάβαζα, επειδή έχω ακούσει πολλά και διάφορα και κανένας δεν θα ήταν τόσο αφελής να ζητήσει από έναν… Εβραίο, να διαβάσει το… Κοράνι.

 

maska-049

 

-Η καθημερινότητά σας έχει…μυστήριο;

Μπόλικο. Το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής που, παρά τις προσπάθειές μου, δεν έχω καταφέρει να διαλευκάνω.

-Πολύς κόσμος, ακόμη και νέοι, σας γνωρίζουν. Θεωρείτε ότι σε σχέση με την όλη προσφορά σας στο αστυνομικό μυθιστόρημα, τύχατε της ανάλογης αναγνώρισης από τους “επαϊοντες”;

Οι… πώς τους είπατε, με έχουν γραμμένο στα παλιά τους τα παπούτσια! Κι εδώ είναι το μυστήριο που αναφέραμε πιο πάνω και που το ζω σε καθημερινή βάση. Ενώ πέρασαν από το σχολείο που λεγόταν «Μάσκα» και «Μυστήριο», ενώ σίγουρα ξέρουν ποιος είμαι και τι έχω κάνε μέχρι σήμερα, οι… πώς τους είπατε γράφουν άρθρα, δοκίμια, έρευνες κλπ, διοργανώνουν σεμινάρια, κάνουν συνάξεις όπου αλληλο-λιβανίζονται αποκαλώντας ο ένας τον άλλο «συγγραφέα αστυνομικής φιλολογίας» (!!!), δεν αναφέρουν ούτε το όνομά μου – ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ – την στιγμή που άλλοι, που μάλλον δεν ξέρουν τι τους γίνεται, με αποκαλούν «θρύλο», «μαιτρ», «δάσκαλο» και άλλα τέτοια! Όχι ότι αποδέχομαι όλους αυτούς τους τίτλους. Μακριά από εμένα – είμαι ένας απλός μυθιστοριογράφος, ένας «παραμυθάς». Λίγη ευγένεια, όμως, λίγη ευπρέπεια, ένας ελάχιστος σεβασμός, δεν βλάπτουν.

-Στην Ελλάδα το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει ταυτιστεί εν πολλοίς με τον Γιάννη Μαρή. Δικαίως ή αδίκως?

Η πλειοψηφία κερδίζει. Αφού αρέσει τόσο πολύ στο κοινό, τι να πω εγώ, που είμαι λάτρης κι ακόλουθος μιας άλλης σχολής; Η τράπουλα ήταν με το μέρος του. Λεγόταν Τσιριμώκος, είχε κάνει αντάρτης, είχε πρόσβαση σε μια μεγάλη εφημερίδα επειδή τα αφεντικά ήσαν φίλοι του αδερφού… Να μη προχωρήσω. Ότι κι αν πω για τον Γιαννάκη θα είναι επηρεασμένο από το τραύμα που φέρω ακόμα στην ψυχή μου από το πλήγμα που μου κατάφερε το 1957, όταν 20χρονος πλέον δούλευα σαν βοηθός του στις εκδόσεις pocket book του Πεχλιβανίδη και τον παρακαλούσα – τον ικέτευα — να συμπεριλάβει στην έκδοση και το δεύτερο μυθιστόρημα που είχα γράψει τότε. Το είχε διαβάσει και του άρεσε, αυτό το ήξερα από τρίτο πρόσωπο, αλλά η μικροψυχία του δεν του επέτρεπε να το εκδώσει. Και μια μέρα, αφού τον είχα πιέσει πολύ, ενώπιον δύο μεγάλων δημοσιογράφων της εποχής, του Σόλωνα Γρηγοριάδη και του Βασίλη Τσιμπιδάρου, μου είπε το ιστορικό και θανατηφόρο για την παιδική ψυχή μου: «Κατάλαβέ το! Δεν μπορώ να σε βοηθήσω! Γράφεις καλύτερα από μένα!»

-Νοσταλγείτε καθόλου την εποχή τής «Μάσκας»; Ποιά είναι τα μελλοντικά σχέδιά σας; 

Δεν έπαψα να ζω στον κόσμο της. Όσο για τα άμεσα σχέδιά μου, αναζητώ εκδότη για την έκδοση μιας ανθολογίας με τίτλο «Οι καλύτερες ιστορίες από τη «ΜΑΣΚΑ του Τζίμμυ Κορίνη». Η επανέκδοση της «Μάσκας» μάλλον θα παραμείνει όνειρο.

 

 

Δείτε επίσης