Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Συνέντευξη στον ΓΙΑΝΝΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ 

Μια -προ κρίσης- συνέντευξη με έναν πραγματικά φωτιισμένο άνθρωπο, τον Σταμάτη Κριμιζή, που εξηγεί πολλά από όσα συμβαίνουν σήμερα…

Με μεγάλη επιστημονική καριέρα στην Αμερική, διοικητής επί 13 χρόνια των διαστημικών προγραμμάτων της NASA, ο Σταμάτης Κριμιζής επιχειρεί, μέσω της θέσης του στην Ακαδημία Αθηνών, να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην πατρίδα του Ελλάδα. Ομως στη συνέντευξή του εξηγεί και γιατί η χώρα μας εμφανίζει απέχθεια προς όσους επιχειρούν να την κάνουν γνωστή πέρα από τα μικρά σύνορά της.

-Ποια είναι τα προγράμματα της NASA που τρέχουν και για τα οποία είστε επιστημονικός υπεύθυνος;

«Το Messenger που πέρασε πρόσφατα από τον Ερμή, το Voyager που έχει συμπληρώσει 31 χρόνια, το Cassini που είναι σε τροχιά γύρω από τον Κρόνο και το New Horizon που είναι η αποστολή προς τον Πλούτωνα. Εκτοξεύτηκε στις 19 Ιανουαρίου 2006 και θα φτάσουμε εκεί στις 14 Ιουνίου του 2015».

-Με κύριο στόχο;

«Την εξερεύνηση των πλανητών, την κατανόηση του τρόπου με τον οποίον υλοποιήθηκε το πλανητικό μας σύστημα και, τέλος, την απάντηση στο αιώνιο ερώτημα εάν υπάρχει βιολογική δραστηριότητα σε κάποιον άλλον πλανήτη.

Οσον αφορά το ηλιακό μας σύστημα, οι προσπάθειές μας έχουν στοχευθεί κυρίως στον Αρη, διότι έχει τα βασικά συστατικά που έχει δημιουργήσει η ηλιακή δραστηριότητα, το νερό, την ενέργεια του ήλιου, οργανικές ουσίες και μια θερμοκρασία η οποία πιθανόν να είχε δώσει λαβή σε βιολογική δραστηριότητα στο παρελθόν».

 

 

-Τι συναισθήματα έχετε κατά τη διάρκεια παρακολούθησης μιας διαστημικής αποστολής;

«Κάθε φορά που στέλνουμε ένα διαστημόπλοιο με όργανα σε ένα άγνωστο περιβάλλον οι προβλέψεις μας, οι ελλιπείς γνώσεις μας ή και οι προκαταλήψεις μας διαψεύδονται. Θυμάμαι την αντίδρασή μου όταν περνούσαμε για πρώτη φορά από τον Δία. Είδα να καταγράφουν τα όργανά μας ορισμένα ιόντα από θείο και οξυγόνο, τα οποία δεν έπρεπε να είναι τόσο πολλά.

Συζητούσαμε με τους συναδέλφους μου ότι κάτι συμβαίνει, οπότε στείλαμε μια άλλη εντολή στο όργανο για να το ελέγξουμε και είδαμε ότι δούλευε κανονικά. Βέβαια, έπειτα από λίγες ημέρες ανακαλύψαμε ότι η Ηώς, το φεγγάρι του Δία, έχει τεράστια ηφαίστεια τα οποία εξέπεμπαν διοξείδιο του θείου, καθαρό θείο και οξυγόνο και δημιουργούσαν την εικόνα που βλέπαμε.

Αυτό ήταν έκπληξη: ήταν η πρώτη φορά που ανακαλύφθηκαν ενεργά ηφαίστεια έξω από τη Γη.

Θυμάμαι και την ημερομηνία: 4 Μαρτίου 1979! Τη νύχτα είχα δυσκολία να κοιμηθώ γιατί με τα δεδομένα της μέρας ανατρέπονταν πολλά πράγματα και προσπαθούσα να σκεφτώ πώς να συναρμολογήσω τις παρατηρήσεις μας. Σηκωνόμουν πρωί πρωί και έτρεχα στο γραφείο να κοιτάξω τα δεδομένα της προηγούμενης βραδιάς. Μεγάλη ένταση, μια εμπειρία μοναδική. Κι αυτό συνεχίζεται.

Τώρα έχουμε το Cassini γύρω από τον Κρόνο και κάθε πρωί κοιτάζω τα τελευταία δεδομένα που ήρθαν από το διαστημόπλοιο».

-Εχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζετε την έρευνά σας με τον χρόνο;

«Ο συναισθηματισμός όλως παραδόξως δεν έχει εξαφανιστεί, υπό την έννοια ότι αισθάνεται κανείς δέος μπροστά στο άγνωστο. Βέβαια, η αντιμετώπιση των δεδομένων είναι πιο συστηματική και πιο ορθολογιστική: προετοιμαζόμαστε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και οργανώνουμε καλύτερα την ομάδα αλλά το θαυμαστό μέρος του όλου εγχειρήματος δεν φεύγει ποτέ».

 

 

-Αρα η δουλειά σας μάλλον σας προστάτευσε από το να γίνετε κυνικός στη ζωή σας…

«Τουλάχιστον μέχρι τώρα δεν έχω φτάσει να την αντιμετωπίζω ως δουλειά. Βέβαια, όταν διοικούσα τα προγράμματα της NASA και είχα 600 ανθρώπους για να τροφοδοτήσω τα προγράμματα και από την άλλη τους γραφειοκράτες της NASA και τις διαδικασίες στο Κογκρέσο για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων, αυτός ήταν ένας άλλου είδους αγώνας.

Εκεί υπήρχαν οι διαστάσεις του κυνισμού και οι προσωπικές σχέσεις ορισμένες φορές τεντώνονταν αρκετά αλλά το παίρνει κανείς ως μέρος της ευθύνης του και αν μπορεί να το εκλογικεύει, τότε μπορεί και να επινοεί λύσεις. Αυτό έκανα κι εγώ.

Σηκωνόμουν πρωί πρωί, σκεφτόμουν τα προβλήματα της ημέρας και ποιες ήταν οι λύσεις. Και μετά πήγαινα στο γραφείο και αρχίζαμε.

Τελικά, βέβαια, παραιτήθηκα από τη θέση που κατείχα στη NASA επί 13 χρόνια, ως διοικητής των προγραμμάτων της, για να αφιερώσω το σύνολο του χρόνου μου στην επιστημονική μου δουλειά».

 

 

-Επειτα από τόσα χρόνια καριέρας και έντονων στιγμών, ποιο είναι τώρα το όνειρό σας;

«Να εξερευνήσουμε από κοντά τον Ηλιο. Προωθούμε ένα πρόγραμμα που λέγεται Solar Probe. Υλοποιείται στο εργαστήριό μου από τους διαδόχους μου. Βέβαια, θα πάρει αρκετά χρόνια για να φτάσουμε στον Ηλιο. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο σχέδιο που έχει σχέση με την παρουσία μου στην Ελλάδα: να προωθήσω ένα πραγματικά αντιπροσωπευτικό ελληνικό δορυφορικό πρόγραμμα.

Λέγεται Low Flying Spacecraft και είναι μια συνεργασία του κέντρου Αθηνά, του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, ενώ έχει λάβει μέρος και η ΕΑΒ, η ελληνική αεροπορική βιομηχανία, όπως και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.

Με το συγκεκριμένο πρόγραμμα θα έχουμε την ευκαιρία να καταρρίψουμε αυτό που νομίζει ο κόσμος, ότι το να κάνεις ένα διαστημόπλοιο είναι τόσο περίπλοκο και τόσο δύσκολο που είναι πέραν των δυνατοτήτων αυτής της χώρας, το οποίο εγώ γνωρίζω ότι είναι λάθος.

Δεν έχω καμία προσωπική ανάμιξη στο πρότζεκτ εκτός από το γεγονός ότι θέλω να βοηθήσω να γίνει κάτι θετικό κι επειδή βέβαια με γνωρίζουν όλοι οι συνάδελφοι στην Ευρώπη, με ακούν αν ζητήσω κάτι.

Η τεχνική μελέτη που έχουν κάνει οι Ελληνες επιστήμονες είναι πρώτης τάξεως, με αντικειμενικά κριτήρια. Παρά ταύτα, το πρόγραμμα “σκουντουφλάει” λόγω της γραφειοκρατίας».

 

 

-Πέραν της γραφειοκρατίας, τι άλλο κρατά την Ελλάδα «σκλαβωμένη» στην ασημαντότητα;

«Η επιδημία αναξιοκρατίας. Βρίσκεις άτομα σε θέσεις-κλειδιά τα οποία δεν έχουν τις ικανότητες να κατανοήσουν ούτε καν το ελατήριο για να ενεργήσουν για το καλό της χώρας. Αυτό δεν το συναντάς ούτε στην Αμερική ούτε στην Ευρώπη.

Δεν βλέπεις να βρίσκονται σε ηγετικές θέσεις άνθρωποι που δεν είναι καταρτισμένοι.

Θυμάμαι τις πυρκαγιές του 2007, όταν ο πρωθυπουργός είπε: “Εδωσα εντολή να γίνουν αυτά κι αυτά”. Δεν ξέρω αν οι πολιτικοί το καταλαβαίνουν αλλά όταν έχεις σε διάφορες θέσεις ανθρώπους οι οποίοι έχουν διορισθεί αναξιοκρατικά και δεν έχουν τις ειδικότητες να κάνουν τη δουλειά τους σε αυτό το επίπεδο, εάν αυτό προχωρεί μέχρι και τον τελευταίο πυροσβέστη ο οποίος είναι πιθανώς ανεκπαίδευτος επειδή ο προϊστάμενος δεν ξέρει πώς πρέπει να τον εκπαιδεύσει, όταν δίνεις εσύ μια εντολή να γίνει κάτι, ποιος θα την εκτελέσει, αν η γνώση δεν υπάρχει σε κανένα επίπεδο;

Αλλάζει αυτό το πράγμα; Πρέπει να βρεθεί ένας πολιτικός ηγέτης ο οποίος να μην ενδιαφέρεται να μείνει στην εξουσία πάνω από 4 χρόνια και να κάνει μια επανάσταση στην κουλτούρα της χώρας».

 

 

-Ενα νέο παιδί με έφεση στη μελέτη, με ταλέντο και όνειρο να ακολουθήσει τα δικά σας βήματα, τι θα το συμβουλεύατε;

«Λυπάμαι για την απάντηση που πρέπει να δώσω αλλά αυτό το παιδί, όπως μου το περιγράφετε, πρέπει να φύγει από την Ελλάδα. Να πάει στο εξωτερικό. Διότι οι αξίες που κυριαρχούν στην Ελλάδα και με τις οποίες αυτό το παιδί θα έρθει αντιμέτωπο, δεν είναι αυτές που θα του επιτρέψουν να προοδεύσει.

Το παιδί σ’ αυτή τη χώρα περιμένει να πάρει ένα χαρτί, όχι για να μάθει, αλλά για να διοριστεί με τη βοήθεια κάποιου συγγενή στο Δημόσιο. Αυτό δεν είναι φιλοδοξία που θα οδηγήσει τη χώρα στην πρόοδο. Είναι ένα αδιέξοδο. Το ίδιο παιδί, αν βγει έξω, θα δει ότι υπάρχει αξιοκρατία, θα ξέρει ότι οι κανόνες συμπεριφοράς είναι συγκεκριμένοι και ότι εφαρμόζονται και ότι όταν δουλέψει, θα αναγνωριστεί και θα προωθηθεί.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση και ικανοποίηση για ένα παιδί από το να ξέρει ότι αναγνωρίζονται οι προσπάθειές του, να κάθεται με τον καθηγητή του ή τον μέντορά του και να του λέει εκείνος “θα σου δώσω κι αυτή την ευθύνη” και να το προωθεί συνεχώς σε όλα τα επίπεδα».

 

 

-Από όσους εργάστηκαν για το συγκεκριμένο πρότζεκτ και ενδεχομένως δεν το δουν να προχωράει, θα φύγουν κάποιοι έξω;

«Βέβαια. Πολλοί από αυτούς είναι ικανότατοι άνθρωποι και ακριβώς επειδή είναι ικανοί, το εξωτερικό τούς θέλει. Κι όταν τους προσφέρουν μια θέση, θα πάνε.

Ομως θα είναι μεγάλη απογοήτευση για αυτούς τους νέους ανθρώπους που δούλεψαν με τόση αυταπάρνηση, ευφυΐα και ταλέντο, να διαπιστώσουν ότι αυτή η χώρα είναι κολλημένη σε βάλτο και αδυνατεί να “περπατήσει”».

-Εσείς πώς πήρατε την απόφαση να μετοικήσετε στην Αμερική;

«Κατά κάποιον τρόπο η απόφαση ήταν προειλημμένη. Ο πατέρας μου ήταν μετανάστης, πηγαινοερχόταν στην Αμερική και είχε συγκεντρώσει ένα ορισμένο ποσό για να πάω πανεπιστήμιο εκεί».

-Πώς και το σκέφτηκε έτσι;

«Τότε στην Ελλάδα η επιβίωση ήταν ακόμη πολύ δύσκολη. Τι θα γινόσουνα; Εγώ είχα κλίση και προς τη φιλολογία και προς τα μαθηματικά. Η μητέρα μου μού έλεγε: “Να ξεχάσεις τη φιλολογία. Θα πεινάσεις!”»

 

 

-Την ξεχάσατε τη φιλολογία;

«Δεν την ακολούθησα ως επάγγελμα αλλά δεν την ξέχασα και τελείως. Η γυναίκα μου είναι φιλόλογος, ενώ μου αρέσει να διαβάζω λογοτεχνία».

-Τι διαβάζετε;

«Δυστυχώς, δεν προλαβαίνω πολλά. Τελευταία διάβασα το βιβλίο της κ. Δημουλά, συναδέλφου μου στην Ακαδημία, ποίηση. Μου αρέσει πολύ η ιστορία. Είχα διαβάσει τα βιβλία του Ομπάμα πριν να κατεβεί υποψήφιος. Δεν διαβάζω μυθιστορήματα. Η σύζυγός μου διαβάζει πάρα πολύ και μου λέει πολλά για τη ροή της λογοτεχνίας».

-Στην πατρίδα σας τη Χίο πηγαίνετε;

«Ημουν εκεί μέχρι το πρωί του Πάσχα. Είχα πάει για 4 ημέρες, η ενορία μου είναι μία από τις δύο στον ρουκετοπόλεμο, ήμουν κι εγώ, στα νιάτα μου, “ρουκετατζής”. Κατάγομαι από τον Βροντάδο, υπάρχει εκεί το σπίτι του παππού το οποίο έχουμε φτιάξει και επισκεπτόμαστε.

Αλλά το πρωί του Πάσχα έφυγα για το Ντένβερ Κολοράντο αφού είμαι σε μια επιτροπή της NASA που ελέγχει ένα πρόγραμμα για αποστολή στον Κρόνο. Λέγεται Juno».

-Από τη Χίο φαίνονται ομορφότερα τα άστρα ή από το Κολοράντο;

«Οταν μεγάλωνα δεν υπήρχε ρύπανση, ο ουρανός ήταν πολύ καθαρός, καθόμασταν με τους φίλους μου, κοιτούσαμε τα αστέρια και λέγαμε: “Αραγε υπάρχει ζωή εκεί, θα πάμε ποτέ πουθενά”. Πού να ξέρω τότε τι μου εμέλλετο;»

 

Δείτε επίσης