Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInShare on TumblrEmail this to someone

Πήγε στο Λος Άντζελες σε νεαρή ηλικία για να κυνηγήσει το όνειρό του, να γίνει ηθοποιός στη μεγαλύτερη κινηματογραφική βιομηχανία του κόσμου, το Χόλιγουντ. Η μέχρι στιγμής πορεία του φαίνεται να τον δικαιώνει, αφού το όνομά του γίνεται ολοένα και πιο γνωστό στον χώρο. Με κορυφαία στιγμή του τη συμμετοχή στην εξαιρετικά δημοφιλή σειρά «True Blood» κι ένα πλήθος σχεδίων στο μυαλό του, που περιλαμβάνουν τον Καζαντζάκη αλλά και τον Καβάφη.

O Θίο Αλεξάντερ έχει σκοπό να μεταδώσει κάποια από εκείνα που έμαθε στην Πόλη των Αγγέλων σε νεαρούς  Έλληνες ηθοποιούς.  Ο 34χρονος Θοδωρής Ζουμπουλίδης, γνωστός στο Χόλιγουντ ως Θίο Αλεξάντερ, γελά και χειρονομεί. Έχει συναντήσει έναν καλό του φίλο από το Λος Άντζελες, τον δικηγόρο Κρεγκ Θίγκσπεν, στο σπίτι του οποίου, στο Μπέβερλι Χιλς, έχει φιλοξενηθεί στο παρελθόν.

Λίγο αργότερα, με φόντο τις κινηματογραφικές αφίσες των σταρ του Χόλιγουντ, στο εσωτερικό του bar restaurant Nice N Easy, εξηγεί πώς βρέθηκε να παίζει σε ταινίες στην Πόλη των Αγγέλων  «Όταν πήγα στην Αμερική, ένας από τους στόχους μου ήταν να ανοίξω τον δρόμο σε νέους. Πρωτοπήγα το ’98 να σπουδάσω μπίζνες, το 2002 γύρισα στην Ελλάδα για να γίνω μπίζνεσμαν, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι δεν ήταν αυτό που ήθελα. Έτσι επέστρεψα στην Αμερική κι από τότε ο Θεός με έχει ευλογήσει και πηγαίνω μια χαρά. Σταδιακά, οι Έλληνες ηθοποιοί γινόμαστε αποδεκτοί στο Χόλιγουντ – έχει παίξει και ο Χρήστος Βασιλόπουλος σε μια σειρά. Γιατί, παλιά, οι Έλληνες ηθοποιοί πήγαιναν στο Χόλιγουντ με τη μύτη ψηλά. Έφευγαν από την Ελλάδα ως σταρ, πήγαιναν εκεί και τους αντιμετώπιζαν ως «τίποτα». Λογικό, δεν υπήρχε κάποια μεγάλη αγορά από πίσω τους, δεν ήταν «Μπαρδέμ». Τώρα, με την κρίση, όλο και θέλουν να έχουν κάτι από Ελλάδα στο Χόλιγουντ. Πρόσφατα τελείωσα μια ταινία, το Thursday, που είναι με αναρχικούς. Είπα του παραγωγού: «Είναι δυνατόν να κάνεις ταινία για αναρχία χωρίς  Έλληνα μέσα»;

Θέλω να κάνω ένα workshop για ηθοποιούς, που θα έχει μέσα το acting αλλά και το frame of mind. Δηλαδή πώς πρέπει να σκέφτεσαι, πώς πρέπει να δρας ως ηθοποιός στις μέρες μας. Πρέπει να είσαι και σκηνοθέτης, και παραγωγός, όλα. Θα δείξω στα παιδιά τον χάρτη που τους πάει από την Ελλάδα στο εξωτερικό. Δικό μου «βίτσιο» ήταν να διδάσκομαι πάντοτε από τους καλύτερους δασκάλους. Έχω κάνει μαθήματα με τον δάσκαλο της Νικόλ Κίντμαν, τον δάσκαλο του Χάρβεϊ Καϊτέλ, έχω συμμετάσχει σε σεμινάριο με τον Αλεξάντερ Πέιν.

 

Ό,τι λεφτά έβγαζα, τα ξόδευα πάλι πάνω στη δουλειά μου, τα επένδυα εκ νέου σε αυτήν. Άρα, έχω μια γνώση που θέλω να τη μεταδώσω. Ένα παιδί, εδώ στο Nice N Easy, μου είπε ότι έχει μια ιστορία για φιλμ, αλλά δεν την προχωρά. Μου είπε επί λέξει: «Ντρέπομαι για τα όνειρά μου». Κι αυτό είναι που κάνει η Ελλάδα. Βάζει ταβάνι στα όνειρά σου και γερνάς. Εγώ θα τους δείξω ότι δεν υπάρχει ταβάνι, ότι είναι ψεύτικο. Αν ένας από εμάς μπορεί, όλοι μπορούμε.

Θα ηθελα να κάνω ταινία τη ζωή του καπετάν Μιχάλη, του πατέρα του Καζαντζάκη. Διάβασα το βιβλίο στα γυρίσματα του Ελ Γκρέκο, το έκλεισα, το φίλησα και είπα: «Εσένα θα σε κάνω ταινία μια μέρα». Μετά από προσπάθειες 7 χρόνων είχα την τιμή να με πάρει η Νίκη Σταύρου, η οποία κάνει τώρα μια καταπληκτική δουλειά με τον Καζαντζάκη – ξαναβγάζουν τα βιβλία του, εκδίδουν μεταφράσεις του στα κινέζικα, στα ρώσικα, στα ινδικά, και μού έδωσε τα δικαιώματα να το κάνω ταινία. Συναντήθηκα με τον Τζέιμς Μάνος, που είναι ο δημιουργός του «Dexter» κι έχει γράψει και το «Sopranos», του το έδωσα και το κράτησε. Και αποδείχθηκε στη συνάντησή μας ότι ο Μάνος είναι Μανωλακάτ(σ)ης, από τα Σφακιά τής Κρήτης! Και σ’ αυτόν τον άνθρωπο πήγα το πρότζεκτ μου για τον Καζαντζάκη. Του έδωσα το βιβλίο και του είπα:

«Αν δεν κοχλάσει το αίμα σου, “if your blood doesn’t boil”, δεν θέλω να γράψεις το σενάριο. Και μετά με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι δεν μπορούσε να διαβάσει κάτι άλλο, λόγω τής τρομερής ενέργειας που τού εξέπεμψε το βιβλίο. Άλλωστε, δεν είναι ο μόνος στο Χόλιγουντ που γνωρίζει και εκτιμά τον Καζαντζάκη. Π.χ. η Ασκητική είναι το αγαπημένο βιβλίο του Τζεφ Μπρίτζες. Το δίνει δώρο σε πολλούς στο Χόλιγουντ. Γι’ αυτό και το σχέδιό μου είναι εγώ να παίξω τον καπετάν Μιχάλη και ο Μπρίτζες να παίξει τον πατέρα μου, τον Σήφακα. Έχουμε ήδη κάνει επαφή, αλλά περιμένω πρώτα να ολοκληρωθεί το σενάριο.  

Είναι φανερό ότι θέλω πολύ να δω το σχέδιό σου για τον Καπετάν Μιχάλη να πραγματοποιείται. Είναι ένα όνειρο ζωής. Ο βασικός άξονας της ταινίας θα είναι αυτό που λέει ο καπετάν Μιχάλης, ότι «ελευθερία που σε δίνουνε, δεν είναι ελευθερία». Μπορεί αυτό να μην είναι επίκαιρο τώρα; Περιμένουμε διάφορους σωτήρες, αλλά κανείς δεν θα μας σώσει. Η ελευθερία κατακτάται με προσπάθεια, με αίμα. Παρότι οι  Έλληνες, πολλές φορές, επαναστατούν με λάθος τρόπους. Επανάσταση για μένα ξέρεις τι είναι; Να κάνω τον Καπετάν Μιχάλη και να τον δουν 50 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. Και να δουν ότι οι Έλληνες δεν είμαστε μόνο Ζορμπάδες αλλά και πολεμιστές. Η μεγαλύτερη επανάσταση είναι να κάνει ο καθένας καλά τη δουλειά του. Θα ’πρεπε όλοι οι  Έλληνες να έχουμε την Ασκητική του Καζαντζάκη και να τη διαβάζουμε. Μόνο αυτή θα μάς σώσει.  

 

 

 

Για ποιον λόγο; Για μένα η Ασκητική είναι ευαγγέλιο. Τι λέει η Ασκητική;  Ότι εσύ είσαι υπεύθυνος. Καταστρέφεται ο κόσμος; Εσύ φταις. Γίνε αυτός που θέλεις, όσο καλύτερος μπορείς. Μπορείς; Έχεις αξία. Αυτό δημιουργεί μια ενέργεια γύρω σου. Και αυτή η ενέργεια επηρεάζει και τους άλλους. Την Ασκητική δεν τη διδάσκουν καν στα σχολεία.  Πλήρωνα 3.500 χιλιάρικα τον χρόνο στου Μωραΐτη και δεν ξέρω αρχαία! Τα αρχαία ελληνικά ακονίζουν τη σκέψη σου, σε κάνουν πιο έξυπνο. Οk, να μη διδάσκονται τα αρχαία. Να βγάλουμε και τη σημαία…

Κάψτε τα, γαμήστε τα όλα, να τελειώνει. Σπαταλάμε την ενέργειά μας για να μαλώνουμε μεταξύ μας ξανά και ξανά. Οk, να μαλώνουμε, αλλά επειδή εγώ είμαι με τον Καβάφη, εσύ με τον Καζαντζάκη και σε κάποιον τρίτον αρέσει ο Βιζυηνός. Γι’ αυτά μπορούμε να μαλώνουμε; Ηράκλειτος εναντίον Σωκράτη, να γίνεται της πουτάνας. Εκεί ναι, έχει νόημα!   Στο Χόλιγουντ αισθάνθηκα ευλογημένος, με το «True Blood». Έχω πάει στην Αγγλία και σε άλλα μέρη και μου ζητούν αυτόγραφο. Πολύ επιτυχημένη σειρά. Βέβαια, πάλεψα πολύ για να πάρω τον ρόλο. Στη δεύτερη οντισιόν του «True Blood» ήμουν πανέτοιμος. Είχαμε μείνει 3 από τους 50 που συμμετείχαν στην πρώτη οντισιόν. Τηλεφώνησα στη μάνατζέρ μου και τής είπα ότι σίγουρα θα πάρω τον ρόλο, όπως και έγινε. Εκεί έπαιζα έναν γκέι βρικόλακα. Ήταν η τρίτη χρονιά της σειράς. Έβαλα κι ελληνικά στον ρόλο κι έγινε χαμός.

Υποτίθεται ότι κάποια στιγμή ανεβαίνω μια σκάλα, αφού έχω μαλώσει με τον άντρα μου, με πιάνει υστερία και του λέω στα ελληνικά «μού έφαγες τα καλύτερα χρόνια τής ζωής μου», «να δεις τι θα πάθεις». Το βλέπει κι ο Άλαν Μπολ και ακούω να πέφτουν καρέκλες από τα γέλια. Είχα, βέβαια, ζητήσει πρώτα την άδειά του να αυτοσχεδιάσω. Μετά με έπιασε και μού είπε: «Όποτε ανεβαίνεις τη σκάλα, μετά από καβγά, θα μιλάς μόνο ελληνικά». Αυτό ήταν νίκη. Μου έστελναν μηνύματα Έλληνες απ’ όλο τον κόσμο. Μου έλεγαν ότι το έβαζαν στο repeat για να δουν αν άκουσαν καλά. Ακολούθησα το ένστικτό μου και δικαιώθηκα. Δεν συνέχισα, γιατί στο τέλος εκείνης τής σεζόν έπρεπε να σκοτωθώ για να πάρει μετά εκδίκηση ο άντρας μου.

Η ζωή στο Λος Άντζελες είναι δύσκολη. Έχει πολλή δουλειά κι έχω κάνει πολλές θυσίες για να βρεθώ εδώ που είμαι τώρα. Δηλαδή, όταν οι άλλοι  Έλληνες ηθοποιοί πήγαιναν σε πάρτι, εγώ δεν μπορούσα γιατί είχα την άλλη μέρα μάθημα. Και μιλάω για μετά τη σχολή, όταν έκανα σεμινάρια. Κι αυτά είναι τα λάθη που κάνουν αρκετοί  Έλληνες ηθοποιοί που έρχονται στο Χόλιγουντ. Με τα πάρτι δεν παίρνεις ρόλους.   Στην Ελλάδα ίσως παίρνεις… Ποια Ελλάδα; Βλέπεις κανένα σίριαλ ελληνικό; Μόνο το «Νησί» ήταν και κάνα-δυό άλλες παλιότερες δουλειές, π.χ. τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Ακόμα φτιάχνομαι με την προσωπικότητα της Καραμπέτη. Δίνανε σκατά στον κόσμο τόσα χρόνια. Πάρτε τα τώρα πίσω! Στα δύσκολα φαίνεται η αξία.    

 

 

 

Μια παγκόσμια τουρνέ που θα θα απαγγείλω Καβάφη, Ελύτη και Σεφέρη. «The other side of Greece» ονομάζεται. Σε κάθε πόλη, στη γλώσσα των ανθρώπων που ζουν εκεί, θα ακουστούν ελληνικά ποιήματα. Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης. Μέσα στη συναυλία θα βάλουμε και την ποίηση, θα γίνει ένα δρώμενο. Γιατί όσον αφορά τον Καβάφη, που μάλλον είναι ο σπουδαιότερος των τριών, και φέτος, με διάφορες αφορμές, έχει γίνει πολύς θόρυβος; Γιατί παραμένει δημοφιλής μετά από τόσα χρόνια;

«Γιατί ήταν αληθινός. Έβαζε την ψυχή του στα ποιήματά του. Ήταν μια βασανισμένη ψυχή και αυτό το ’βγαζε στο χαρτί απολύτως αληθινά. Ο Καβάφης δούλευε στο ταχυδρομείο. Γι’ αυτό συνηθίζω να λέω ότι δεν υπάρχουν δικαιολογίες για τους καλλιτέχνες, ότι δεν έχουν χρόνο κ.λπ. Ο Καβάφης δούλευε. Ο Πεσόα το ίδιο, λογιστής, και, με τα ετερώνυμά του, ήταν 72 ποιητές μαζί!».  Ο Καβάφης σίγουρα βασανιζόταν επειδή την ομοφυλοφιλία δεν την ενέκρινε η κοινωνία. Αλλά ο Καβάφης δεν σταματά εκεί. Γίνεται πανανθρώπινος, ξεπερνά το θέμα της σεξουαλικότητας. Ο άντρας φαίνεται από το έργο του. Ο Καβάφης είναι τεράστιος άνδρας, με αρχίδια από εδώ μέχρι την Αλεξάνδρεια; Είναι ή δεν είναι;

Εγώ όταν διαβάζω τον Καβάφη σκέφτομαι τη γυναίκα που αγαπώ, την γκόμενά μου. Είναι παγκόσμιος. Και πιστεύω ότι ο Καβάφης δίνει φωνή σε στόματα που θέλουμε να κλείσουμε μέσα μας. Όχι της ομοφυλοφιλίας αλλά της αλήθειας. Θα σου πω μια ιστορία:διάβαζε κάποιος Καβάφη στον στρατό, στη σκοπιά. Και τον πιάνει ο λοχαγός, αφού δεν έπρεπε να διαβάζει στη σκοπιά, και τον στέλνει στον διοικητή. Τον ρωτά εκείνος τι έκανε. «Διάβαζα, κύριε διοικητά» απαντά ο στρατιώτης. «Α, διάβαζες, ε; Α, μωρέ, φύγε από δω, δεν έγινε τίποτε» του λέει ο διοικητής. Αλλά λίγο πριν ο στρατιώτης βγει από το γραφείο, ο διοικητής τον ξαναρωτά: «Και τι διάβαζες;». «Καβάφη, κύριε διοικητά» λέει εκείνος. «Τον πούστη; Πέντε μέρες φυλακή» ήταν η αντίδραση τού διοικητή…  

Το άγνωστο σε φοβίζει, ο δρόμος σε φοβίζει, είναι κακοτράχαλος, με Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι αν δεν τους κουβαλάς στην ψυχή σου, δεν θα τους βρεις μπροστά σου. Αυτό θέλω να κάνω με τα παιδιά. Ό,τι έχω να τους το δώσω. Αυτό είναι παράδοση. Δεν γίνεσαι μέρος της παράδοσης, αν δεν παραδώσεις. Ο Άκης Πάνου το έχει πει αυτό.   Επίσης βασανισμένη ψυχή. Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες το είχαν αυτό. Ο Καζαντζίδης δεν το είχε; Ως καλλιτέχνης είσαι εναντίον του status quo. Δεν μπορείς να είσαι καλλιτέχνης και να πηγαίνεις με τα νερά της εκάστοτε εξουσίας.

Γι’ αυτό οι πραγματικοί καλλιτέχνες είναι λίγοι. Π.χ. αυτήν τη στιγμή όλο το ελληνικό σινεμά είναι ο Χρήστος Κωνσταντακόπουλος, ο παραγωγός του Miss Violence, του Attenberg. Αγαπά βαθιά το σινεμά. Κρατά Θερμοπύλες. Φαίνεται ότι οι άνθρωποι που πραγματικά αγαπάμε κάτι είμαστε λίγοι, αλλά μήπως πάλι ισχύει αυτό που έχει πει ο Ρένος Αποστολίδης, ότι «οι καλοί είμαστε πολλοί και οι κακοί λίγοι, αλλά οι λίγοι κακοί μας έχουν πείσει ότι αυτοί είναι πιο πολλοί;».

Δείτε επίσης